Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - MEMPOGLYN 000
Το Mempoglyn ενδείκνυται σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω για τη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ως συμπλήρωμα της δίαιτας και της σωματική άσκησης:
-
σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με τη μέγιστη ανεκτή δόση μονοθεραπείας με μετφορμίνη
-
σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία του διαβήτη, σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη και με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα
-
σε ασθενείς που λαμβάνουν ήδη θεραπεία με τον συνδυασμό εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης ως ξεχωριστά δισκία.
Για τα αποτελέσματα των μελετών σε σχέση με τους συνδυασμούς, τις επιδράσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο και τα καρδιαγγειακά συμβάντα και με τον πληθυσμό που μελετήθηκε, βλ. παραγράφους 4.4,
4.5 και 5.1.
Δοσολογία
Ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (eGFR ≥ 90 ml/min/1,73 m2)
Η συνιστώμενη δόση είναι ένα δισκίο δύο φορές ημερησίως. Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται με βάση το τρέχον θεραπευτικό σχήμα του ασθενή, την αποτελεσματικότητα και την ανεκτικότητα, χρησιμοποιώντας τη συνιστώμενη ημερήσια δόση των 10 mg ή 25 mg εμπαγλιφλοζίνης, χωρίς να γίνεται υπέρβαση της μέγιστης συνιστώμενης ημερήσιας δόσης μετφορμίνης.
Για ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη (είτε ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία του διαβήτη)
Σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία του διαβήτη, η συνιστώμενη δόση έναρξης του Mempoglyn πρέπει να παρέχει 5 mg εμπαγλιφλοζίνης δύο φορές ημερησίως (ημερήσια δόση 10 mg) και δόση μετφορμίνης παρόμοια με τη δόση που ήδη λαμβάνεται. Σε ασθενείς που ανέχονται συνολική ημερήσια δόση 10 mg εμπαγλιφλοζίνης και οι οποίοι χρειάζονται αυστηρότερο γλυκαιμικό έλεγχο, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε μια συνολική ημερήσια δόση των 25 mg εμπαγλιφλοζίνης. Όταν το Mempoglyn χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μια σουλφονυλουρία και/ή με ινσουλίνη, μπορεί να απαιτείται χαμηλότερη δόση σουλφονυλουρίας και/ή ινσουλίνης για τη μείωση του κινδύνου υπογλυκαιμίας (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8).
Για ασθενείς που μεταβαίνουν από ξεχωριστά δισκία εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης
Οι ασθενείς που μεταβαίνουν από ξεχωριστά δισκία εμπαγλιφλοζίνης (συνολική ημερήσια δόση 10 mg ή 25 mg) και μετφορμίνης στο Mempoglyn, πρέπει να λαμβάνουν την ίδια ημερήσια δόση εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης που ήδη λαμβάνουν ή την πλησιέστερη θεραπευτικά κατάλληλη δόση μετφορμίνης (για τις διαθέσιμες περιεκτικότητες, βλ. παράγραφο 2).
Παραλειπόμενη δόση
Εάν παραλειφθεί μια δόση, αυτή πρέπει να ληφθεί αμέσως μόλις ο ασθενής το θυμηθεί. Ωστόσο, δεν πρέπει να λαμβάνεται διπλή δόση την ίδια χρονική στιγμή. Σε αυτή την περίπτωση, η δόση που ξεχάστηκε πρέπει να παραλειφθεί.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Η γλυκαιμική αποτελεσματικότητα της εμπαγλιφλοζίνης εξαρτάται από τη νεφρική λειτουργία. Για τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου, ως προσθήκη στην καθιερωμένη περίθαλψη, πρέπει να χρησιμοποιείται δόση 10 mg εμπαγλιφλοζίνης ημερησίως σε ασθενείς με eGFR κάτω από
60 ml/min/1,73 m2 (βλ. Πίνακα 1). Επειδή η αποτελεσματικότητα της εμπαγλιφλοζίνης στη μείωση της γλυκαιμίας είναι μειωμένη σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία και πιθανώς ανύπαρκτη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, εάν απαιτείται περαιτέρω γλυκαιμικός έλεγχος, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσθήκης άλλων αντιυπεργλυκαιμικών παραγόντων.
Για συστάσεις σχετικά με την προσαρμογή της δόσης ανάλογα με τον eGFR ή την CrCL, ανατρέξτε στον Πίνακα 1.
Ο eGFR πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη της θεραπείας με προϊόντα που περιέχουν μετφορμίνη και τουλάχιστον ετησίως στη συνέχεια. Σε ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο περαιτέρω εξέλιξης της νεφρικής δυσλειτουργίας και στους ηλικιωμένους, η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται πιο συχνά, π.χ. κάθε 3-6 μήνες,
Εάν δεν υπάρχει διαθέσιμη κατάλληλη περιεκτικότητα του Mempoglyn, πρέπει να χρησιμοποιούνται τα μεμονωμένα επιμέρους συστατικά αντί του συνδυασμού σταθερών δόσεων.
Για συστάσεις δοσολογίας στον παιδιατρικό πληθυσμό, βλ. υποπαράγραφο για τους παιδιατρικούς ασθενείς παρακάτω.
Πίνακας 1. Δοσολογία για ενήλικους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαα
| eGFR[ml/min/1,73 m2] ή CrCL [ml/min] | Μετφορμίνη | Εμπαγλιφλοζίνη |
| ≥60 | Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι3.000 mg. Η μείωση της δόσης μπορεί να εξεταστεί ως ενδεχόμενο σε σχέση με τη μειούμενη νεφρική λειτουργία. | Να γίνεται έναρξη με 10 mg.Σε ασθενείς που ανέχονται τα 10 mg και χρήζουν πρόσθετου γλυκαιμικού ελέγχου, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 25 mg. |
| 45 έως <60 | Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι2.000 mg.Η δόση έναρξης είναι το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης. | Να γίνεται έναρξη με 10 mg.β Σε ασθενείς που παίρνουν ήδηεμπαγλιφλοζίνη, η θεραπεία να συνεχίζεται με 10 mg. |
| 30 έως <45 | Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι1.000 mg.Η δόση έναρξης είναι το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης. | Να γίνεται έναρξη με 10 mg.β Σε ασθενείς που παίρνουν ήδη εμπαγλιφλοζίνη, η θεραπεία νασυνεχίζεται με 10 mg. |
| <30 | Η μετφορμίνη αντενδείκνυται. | Η εμπαγλιφλοζίνη δεν συνιστάται. |
α Βλ. παραγράφους 4.4, 4.8, 5.1 και 5.2
β ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και τεκμηριωμένη καρδιαγγειακή νόσο
Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Ηλικιωμένοι
Λόγω του μηχανισμού δράσης, η μειωμένη νεφρική λειτουργία θα οδηγήσει σε μειωμένη γλυκαιμική αποτελεσματικότητα της εμπαγλιφλοζίνης. Επειδή η μετφορμίνη απεκκρίνεται από τον νεφρό και οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιο πιθανό να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, το Mempoglyn πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
Η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας είναι απαραίτητη προκειμένου να βοηθήσει στην πρόληψη της σχετιζόμενης με τη μετφορμίνη γαλακτικής οξέωσης, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος ελάττωσης του όγκου (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται με βάση το τρέχον θεραπευτικό σχήμα του ασθενή, την αποτελεσματικότητα και την ανεκτικότητα.
Εάν η εμπαγλιφλοζίνη προστεθεί σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν μετφορμίνη, η δόση της μετφορμίνης πρέπει να παραμείνει η ίδια με αυτή που λαμβάνει ήδη ο ασθενής. Η συνιστώμενη δόση έναρξης της εμπαγλιφλοζίνης είναι 5 mg δύο φορές ημερησίως (συνολικές ημερήσιες δόσεις των
10 mg). Σε ασθενείς που ανέχονται 5 mg εμπαγλιφλοζίνης δύο φορές ημερησίως και χρήζουν πρόσθετου γλυκαιμικού ελέγχου, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 12,5 mg δύο φορές ημερησίως (συνολική ημερήσια δόση των 25 mg).
Εάν οι ασθενείς μεταβούν από ξεχωριστά δισκία εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης στο Mempoglyn, πρέπει να παραμείνει η ίδια ημερήσια δόση εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης που ήδη λαμβάνεται ή η πλησιέστερη θεραπευτικά κατάλληλη δόση μετφορμίνης.
Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση του Mempoglyn είναι 25 mg εμπαγλιφλοζίνης και 2.000 mg μετφορμίνης (βλ. γενικές πληροφορίες παραπάνω στην παράγραφο 4.2).
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για παιδιά με eGFR <60 ml/min/1,73 m2 και παιδιά ηλικίας κάτω των 10 ετών.
Τρόπος χορήγησης
Το Mempoglyn πρέπει να λαμβάνεται δύο φορές ημερησίως μαζί με τα γεύματα για να μειωθούν οι γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη μετφορμίνη. Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με νερό. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να συνεχίζουν τη δίαιτά τους με επαρκή κατανομή της πρόσληψης υδατανθράκων κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι υπέρβαροι ασθενείς πρέπει να συνεχίζουν την υποθερμιδική δίαιτά τους.
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Οποιοσδήποτε τύπος οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση) (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Διαβητικό προκώμα.
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (eGFR <30 ml/min/1,73 m2) (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
-
Οξείες καταστάσεις που έχουν τη δυνατότητα να μεταβάλλουν τη νεφρική λειτουργία όπως: αφυδάτωση, σοβαρή λοίμωξη, καταπληξία (σοκ) (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).
-
Νόσος, η οποία μπορεί να προκαλέσει ιστική υποξία (ειδικά οξεία νόσος ή επιδείνωση χρόνιας νόσου) όπως: απορρύθμιση καρδιακής ανεπάρκειας, αναπνευστική ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καταπληξία (σοκ) (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας, οξεία δηλητηρίαση από αλκοόλ, αλκοολισμός (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).
Γενικά
H εμπαγλιφλοζίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (βλ.
«Διαβητική κετοξέωση» στην παράγραφο 4.4).
Γαλακτική οξέωση
Η γαλακτική οξέωση, μια πολύ σπάνια αλλά σοβαρή μεταβολική επιπλοκή, εμφανίζεται πιο συχνά σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας ή σε καρδιοαναπνευστική νόσο ή σηψαιμία. Συσσώρευση της μετφορμίνης εμφανίζεται σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και αυξάνει τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης.
Σε περίπτωση αφυδάτωσης (σοβαρή διάρροια ή έμετος, πυρετός ή μειωμένη πρόσληψη υγρών), η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και συνιστάται επικοινωνία με έναν επαγγελματία υγείας.
Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να προκαλέσουν οξεία έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (όπως αντιυπερτασικά, διουρητικά και ΜΣΑΦ) πρέπει να ξεκινούν με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη. Άλλοι παράγοντες κινδύνου για γαλακτική οξέωση είναι η υπερβολική πρόσληψη οινοπνευματωδών, η ηπατική ανεπάρκεια, ο ανεπαρκώς ελεγχόμενος διαβήτης, η κέτωση, η παρατεταμένη νηστεία και οποιεσδήποτε καταστάσεις που σχετίζονται με υποξία, καθώς επίσης και η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να προκαλέσουν γαλακτική οξέωση (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).
Οι ασθενείς και/ή οι φροντιστές πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Η γαλακτική οξέωση χαρακτηρίζεται από οξειδωτική δύσπνοια, κοιλιακό άλγος, μυϊκές κράμπες, εξασθένιση και υποθερμία, που ακολουθούνται από κώμα. Σε περίπτωση πιθανολογούμενων συμπτωμάτων, ο ασθενής πρέπει να σταματήσει τη λήψη μετφορμίνης και να αναζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα. Τα διαγνωστικά εργαστηριακά ευρήματα είναι το μειωμένο pH αίματος (<7,35), τα αυξημένα επίπεδα γαλακτικού στο πλάσμα (>5 mmol/l) και το αυξημένο χάσμα ανιόντων και η αυξημένη αναλογία γαλακτικού/πυροσταφυλικού οξέος.
Ασθενείς με γνωστές ή πιθανολογούμενες μιτοχονδριακές νόσους
Σε ασθενείς με γνωστές μιτοχονδριακές νόσους, όπως είναι το σύνδρομο Μιτοχονδριακή Εγκεφαλοπάθεια με Γαλακτική Οξέωση και επεισόδια ομοιάζοντα με Αγγειακό Εγκεφαλικό επεισόδιο (MELAS) και τα Κληρονομούμενα από τη μητέρα διαβήτης και κώφωση (MIDD), η μετφορμίνη δεν συνιστάται λόγω του κινδύνου παρόξυνσης της γαλακτικής οξέωσης και των νευρολογικών επιπλοκών που μπορεί να οδηγήσουν σε επιδείνωση της νόσου.
Σε περίπτωση εμφάνισης σημείων και συμπτωμάτων που υποδηλώνουν σύνδρομο MELAS ή MIDD μετά από τη λήψη μετφορμίνης, η θεραπεία με μετφορμίνη πρέπει να σταματά αμέσως και να διενεργείται άμεση διαγνωστική αξιολόγηση.
Διαβητική κετοξέωση
Σπάνια περιστατικά διαβητικής κετοξέωσης (ΔΚΟ), συμπεριλαμβανομένων των απειλητικών για τη ζωή και θανατηφόρων περιστατικών, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς του SGLT2, συμπεριλαμβανομένης της εμπαγλιφλοζίνης. Σε ορισμένα περιστατικά, η εκδήλωση της πάθησης ήταν άτυπη με μόνο μετρίως αυξημένες τιμές γλυκόζης αίματος, κάτω από 14 mmol/l (250 mg/dl). Δεν είναι γνωστό εάν η ΔΚΟ είναι πιο πιθανό να εμφανιστεί με υψηλότερες δόσεις εμπαγλιφλοζίνης.
Ο κίνδυνος διαβητικής κετοξέωσης πρέπει να εξετάζεται σε περίπτωση μη ειδικών συμπτωμάτων, όπως ναυτίας, έμετου, ανορεξίας, κοιλιακού άλγους, υπερβολικής δίψας, δυσκολίας στην αναπνοή, σύγχυσης, ασυνήθιστης κόπωσης ή υπνηλίας. Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται για κετοξέωση αμέσως εάν εκδηλωθούν αυτά τα συμπτώματα, ανεξάρτητα από το επίπεδο της γλυκόζης αίματος.
Σε ασθενείς όπου υπάρχει υποψία ή έχει διαγνωστεί ΔΚΟ, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που νοσηλεύονται για μείζονες χειρουργικές πράξεις ή οξείες σοβαρές ιατρικές παθήσεις. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται παρακολούθηση των κετονών. Η μέτρηση των επιπέδων των κετονών στο αίμα είναι προτιμότερη έναντι της μέτρησης στα ούρα.
Μπορεί να γίνει επανέναρξη της θεραπείας με εμπαγλιφλοζίνη όταν οι τιμές των κετονών είναι φυσιολογικές και η κατάσταση του ασθενή έχει σταθεροποιηθεί.
Πριν από την έναρξη της εμπαγλιφλοζίνης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι παράγοντες στο ιστορικό του ασθενή που μπορεί να προδιαθέτουν για κετοξέωση.
Παρατεταμένη διαβητική κετοξέωση και παρατεταμένη γλυκοζουρία έχουν παρατηρηθεί με την εμπαγλιφλοζίνη. Η διαβητική κετοξέωση μπορεί να διαρκέσει περισσότερο μετά τη διακοπή της εμπαγλιφλοζίνης από ό,τι αναμένεται από την ημίσεια ζωή στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 5.2).
Παράγοντες ανεξάρτητοι από την εμπαγλιφλοζίνη, όπως η ανεπάρκεια ινσουλίνης, ενδέχεται να εμπλέκονται σε παρατεταμένες περιόδους διαβητικής κετοξέωσης.
Στους ασθενείς που μπορεί να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για ΔΚΟ περιλαμβάνονται ασθενείς με χαμηλή εφεδρεία της λειτουργίας των βήτα-κυττάρων (π.χ. ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 με χαμηλό επίπεδο C-πεπτιδίου ή λανθάνων αυτοάνοσος διαβήτης σε ενήλικες (LADA) ή ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας), ασθενείς με καταστάσεις που οδηγούν σε περιορισμένη πρόσληψη τροφής ή σοβαρή αφυδάτωση, ασθενείς για τους οποίους οι δόσεις ινσουλίνης είναι μειωμένες και ασθενείς με αυξημένες απαιτήσεις σε ινσουλίνη εξαιτίας οξείας ιατρικής πάθησης, χειρουργικής επέμβασης ή
κατάχρησης αλκοόλ. Οι αναστολείς του SGLT2 πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
Η επανέναρξη της θεραπείας με αναστολέα του SGLT2 σε ασθενείς με προηγούμενη ΔΚΟ ενώ λάμβαναν θεραπεία με αναστολέα του SGLT2 δεν συνιστάται, εκτός εάν κάποιος άλλος σαφής εκλυτικός παράγοντας εντοπιστεί και επιλυθεί.
Το Mempoglyn δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1. Τα δεδομένα από ένα πρόγραμμα κλινικών δοκιμών σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 έδειξαν αυξημένη εμφάνιση ΔΚΟ με συχνή συχνότητα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με 10 mg και 25 mg εμπαγλιφλοζίνης ως συμπλήρωμα της ινσουλίνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Χορήγηση ιωδιούχου σκιαγραφικού παράγοντα
Η ενδοαγγειακή χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών παραγόντων μπορεί να οδηγήσει σε νεφροπάθεια επαγόμενη από το σκιαγραφικό, με αποτέλεσμα συσσώρευση μετφορμίνης και αυξημένο κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται πριν από, ή κατά τη χρονική στιγμή της απεικονιστικής διαδικασίας και να μην ξεκινά εκ νέου πριν παρέλθουν τουλάχιστον 48 ώρες κατόπιν αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει επαναξιολογηθεί και έχει διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).
Νεφρική δυσλειτουργία
Λόγω του μηχανισμού δράσης, η μειωμένη νεφρική λειτουργία θα οδηγήσει σε μειωμένη γλυκαιμική αποτελεσματικότητα της εμπαγλιφλοζίνης. Η εμπαγλιφλοζίνη/μετφορμίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με eGFR <30 ml/min/1,73 m2 και πρέπει να διακόπτεται προσωρινά υπό την παρουσία καταστάσεων που μεταβάλλουν τη νεφρική λειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3).
Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας
Συνιστάται αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας ως εξής:
-
Πριν από την έναρξη της εμπαγλιφλοζίνης/μετφορμίνης και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, δηλ. τουλάχιστον ετησίως (βλ. παράγραφο 4.2).
-
Πριν από την έναρξη οποιουδήποτε συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος που ενδέχεται να έχει αρνητική επίδραση στη νεφρική λειτουργία.
Καρδιακή λειτουργία
Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο υποξίας και νεφρικής ανεπάρκειας. Σε ασθενείς με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, το Mempoglyn μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τακτική παρακολούθηση της καρδιακής και νεφρικής λειτουργίας. Για ασθενείς με οξεία και ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια, το Mempoglyn αντενδείκνυται λόγω του συστατικού μετφορμίνη (βλ. παράγραφο 4.3).
Χειρουργική επέμβαση
Η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται κατά τη χρονική στιγμή της χειρουργικής επέμβασης υπό γενική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία.
Η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά τη χειρουργική επέμβαση ή την επανέναρξη της από στόματος σίτισης και υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει επαναξιολογηθεί και έχει διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.
Κίνδυνος για ελάττωση του όγκου
Με βάση τον τρόπο δράσης των αναστολέων του SGLT2, η ωσμωτική διούρηση που συνοδεύει τη θεραπευτική γλυκοζουρία μπορεί να οδηγήσει σε μέτρια μείωση της αρτηριακής πίεσης (βλ. παράγραφο 5.1). Επομένως, πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς για τους οποίους η επαγόμενη από την εμπαγλιφλοζίνη πτώση της αρτηριακής πίεσης θα μπορούσε να αποτελέσει κίνδυνο, όπως ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, ασθενείς σε αντιυπερτασική θεραπεία με ιστορικό υπότασης ή ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω.
Σε περίπτωση καταστάσεων που μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια υγρών (π.χ. γαστρεντερική νόσος), συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της κατάστασης του όγκου (π.χ. κλινική εξέταση, μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης, εργαστηριακές εξετάσεις συμπεριλαμβανομένου του αιματοκρίτη) και των
ηλεκτρολυτών σε ασθενείς που λαμβάνουν Mempoglyn. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της θεραπείας με Mempoglyn έως ότου διορθωθεί η απώλεια υγρών.
Ηλικιωμένοι
Η επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης στην απέκκριση της γλυκόζης στα ούρα σχετίζεται με ωσμωτική διούρηση, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει την κατάσταση ενυδάτωσης. Οι ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ελάττωσης του όγκου. Επομένως, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην πρόσληψη όγκου σε περίπτωση συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να οδηγήσουν σε ελάττωση του όγκου (π.χ. διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ).
Λοιμώξεις ουροποιητικού συστήματος
Μετά την κυκλοφορία στην αγορά, έχουν αναφερθεί περιστατικά επιπλεγμένων λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων της πυελονεφρίτιδας και της ουροσήψης, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της θεραπείας σε ασθενείς με επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος.
Νεκρωτική φλεγμονή περιτονίας του περινέου (γάγγραινα Fournier)
Έχουν αναφερθεί περιστατικά νεκρωτικής φλεγμονής περιτονίας του περινέου (επίσης γνωστή ως γάγγραινα Fournier) σε γυναίκες και άνδρες ασθενείς που λάμβαναν αναστολείς του SGLT2, συμπεριλαμβανομένης της εμπαγλιφλοζίνης. Πρόκειται για σπάνιο αλλά σοβαρό και δυνητικά απειλητικό για τη ζωή συμβάν που χρήζει επείγουσας χειρουργικής επέμβασης και αντιβιοτικής θεραπείας.
Πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να αναζητούν ιατρική βοήθεια, εάν εμφανίσουν έναν συνδυασμό συμπτωμάτων άλγους, ευαισθησίας, ερυθήματος ή διόγκωσης της περιοχής των γεννητικών οργάνων ή του περινέου, μαζί με πυρετό ή αίσθημα κακουχίας. Να λαμβάνεται υπόψη ότι ενδέχεται να παρουσιαστεί είτε λοίμωξη του ουρογεννητικού είτε απόστημα του περινέου πριν από τη νεκρωτική φλεγμονή περιτονίας. Εάν υπάρχει υποψία για γάγγραινα Fournier, το Mempoglyn πρέπει να διακοπεί και πρέπει να ξεκινήσει άμεση θεραπεία (συμπεριλαμβανομένων αντιβιοτικών και χειρουργικού καθαρισμού).
Ακρωτηριασμοί κάτω άκρου
Έχει παρατηρηθεί αύξηση στα περιστατικά ακρωτηριασμού κάτω άκρου (κυρίως των δακτύλων του ποδιού) σε μακροχρόνιες κλινικές μελέτες με έναν άλλον αναστολέα του SGLT2. Δεν είναι γνωστό εάν αυτό αποτελεί επίδραση της κατηγορίας φαρμάκων. Όπως για όλους τους διαβητικούς ασθενείς, είναι σημαντικό να παρέχονται συμβουλές στους ασθενείς σχετικά με τη συνήθη προληπτική φροντίδα των ποδιών.
Ηπατική κάκωση
Σε κλινικές δοκιμές έχουν αναφερθεί περιστατικά ηπατικής κάκωσης με την εμπαγλιφλοζίνη. Δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιώδης συσχέτιση μεταξύ εμπαγλιφλοζίνης και ηπατικής κάκωσης.
Αυξημένος αιματοκρίτης
Έχει παρατηρηθεί αυξημένος αιματοκρίτης με τη θεραπεία εμπαγλιφλοζίνης (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς με έντονες αυξήσεις στον αιματοκρίτη πρέπει να παρακολουθούνται και να εξετάζονται για υποκείμενη αιματολογική νόσο.
Χρόνια νεφρική νόσος
Υπάρχει εμπειρία με την εμπαγλιφλοζίνη για τη θεραπεία του διαβήτη σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο (eGFR ≥30 ml/min/1,73 m2) τόσο με όσο και χωρίς λευκωματουρία. Οι ασθενείς με λευκωματουρία μπορεί να ωφεληθούν περισσότερο από τη θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη.
Αξιολογήσεις των εργαστηριακών εξετάσεων ούρων
Λόγω του μηχανισμού δράσης του, οι ασθενείς που λαμβάνουν το Mempoglyn θα έχουν θετικό αποτέλεσμα στη δοκιμασία γλυκόζης στα ούρα τους.
Παρέμβαση στη δοκιμασία 1,5-ανυδρογλυκιτόλης (1,5-AG)
Η παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου με τη δοκιμασία 1,5-AG δεν συνιστάται καθώς οι μετρήσεις της 1,5-AG δεν είναι αξιόπιστες για την αξιολόγηση του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του SGLT2. Συνιστάται χρήση εναλλακτικών μεθόδων για την παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου.
Βιταμίνη Β12
Η μετφορμίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της βιταμίνης Β12. Ο κίνδυνος χαμηλών επιπέδων βιταμίνης Β12 αυξάνεται με την αυξανόμενη δόση μετφορμίνης, τη διάρκεια της θεραπείας και/ή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου που είναι γνωστό ότι προκαλούν ανεπάρκεια βιταμίνης Β12. Σε περίπτωση υποψίας ανεπάρκειας βιταμίνης Β12 (όπως αναιμία ή νευροπάθεια), τα επίπεδα της βιταμίνης Β12 στον ορό πρέπει να παρακολουθούνται. Η περιοδική παρακολούθηση της βιταμίνης Β12 θα μπορούσε να είναι απαραίτητη σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για ανεπάρκεια βιταμίνης Β12. Η θεραπεία με μετφορμίνη πρέπει να συνεχίζεται για όσο διάστημα είναι ανεκτή και δεν αντενδείκνυται και η κατάλληλη διορθωτική θεραπεία για την ανεπάρκεια της βιταμίνης Β12 να παρέχεται σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στη δοκιμή DINAMO (βλ. παράγραφο 5.1), το συνολικό προφίλ ασφάλειας σε παιδιά και εφήβους ήταν παρόμοιο με το γνωστό προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε ενήλικους ασθενείς και δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ του εικονικού φαρμάκου και της εμπαγλιφλοζίνης όσον αφορά τις αξιολογήσεις της ανάπτυξης ή τη σεξουαλική ωρίμανση μετά από 26 εβδομάδες θεραπείας.
Δεν έχει ανιχνευθεί καμία επίδραση της μετφορμίνης στην ανάπτυξη και την εφηβεία κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων κλινικών μελετών διάρκειας ενός έτους, αλλά δεν υπάρχουν διαθέσιμα μακροχρόνια δεδομένα σχετικά με αυτά τα συγκεκριμένα σημεία. Επομένως, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της επίδρασης της μετφορμίνης σε αυτές τις παραμέτρους σε παιδιά που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη, ιδίως σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας.
Παιδιά ηλικίας μεταξύ 10 και 12 ετών
Στις μελέτες για τη μετφορμίνη, μόνο 15 ασθενείς ηλικίας μεταξύ 10 και 12 ετών συμπεριλήφθηκαν στις ελεγχόμενες κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε παιδιά και εφήβους.
Η δοκιμή DINAMO συμπεριέλαβε 157 ασθενείς και το 91% έλαβε μετφορμίνη ως θεραπεία υποβάθρου, όπου 25 από αυτούς τους ασθενείς ήταν ηλικίας μεταξύ 10 και 12 ετών.
Παρόλο που η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της μετφορμίνης σε αυτά τα παιδιά δεν διέφεραν από την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια σε παιδιά και εφήβους μεγαλύτερης ηλικίας, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη συνταγογράφηση σε παιδιά ηλικίας μεταξύ 10 και 12 ετών.
Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης δεν μεταβάλλει σημαντικά τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μήτε της δαπαγλιφλοζίνης μήτε της μετφορμίνης σε υγιή άτομα.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων για το Mempoglyn. Οι ακόλουθες δηλώσεις αντικατοπτρίζουν τις διαθέσιμες πληροφορίες για τις μεμονωμένες δραστικές ουσίες.
Εμπαγλιφλοζίνη
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
Διουρητικά
Η εμπαγλιφλοζίνη μπορεί να ενισχύσει τη διουρητική δράση των θειαζιδικών διουρητικών και των διουρητικών της αγκύλης και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αφυδάτωσης και υπότασης (βλ. παράγραφο 4.4).
Ινσουλίνη και εκκριταγωγά της ινσουλίνης
Η ινσουλίνη και τα εκκριταγωγά της ινσουλίνης, όπως είναι οι σουλφονυλουρίες, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Επομένως, μπορεί να απαιτείται χαμηλότερη δόση ινσουλίνης ή ενός εκκριταγωγού της ινσουλίνης προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας όταν αυτά χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με την εμπαγλιφλοζίνη (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στην εμπαγλιφλοζίνη
In vitro δεδομένα υποδηλώνουν ότι η κύρια οδός μεταβολισμού της εμπαγλιφλοζίνης στον άνθρωπο είναι η γλυκουρονιδίωση από τις 5'-διφωσφογλυκουρονοσυλτρανσφεράσες της ουριδίνης UGT1A3, UGT1A8, UGT1A9 και UGT2B7. Η εμπαγλιφλοζίνη είναι ένα υπόστρωμα των ανθρώπινων μεταφορέων πρόσληψης OAT3, OATP1B1 και OATP1B3, αλλά όχι των OAT1 και OCT2. Η εμπαγλιφλοζίνη είναι ένα υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) και της πρωτεΐνης αντοχής στον καρκίνο του μαστού (BCRP).
Η συγχορήγηση εμπαγλιφλοζίνης με προβενεσίδη, έναν αναστολέα των ενζύμων UGT και του OAT3, οδήγησε σε αύξηση κατά 26% των μέγιστων συγκεντρώσεων της εμπαγλιφλοζίνης στο πλάσμα (Cmax) και σε αύξηση κατά 53% της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC). Αυτές οι μεταβολές δεν θεωρήθηκαν να είναι κλινικά σημαντικές.
Η επίδραση της επαγωγής UGT (π.χ. επαγωγή από ριφαμπικίνη ή φαινυτοΐνη) στην εμπαγλιφλοζίνη δεν έχει μελετηθεί. Η ταυτόχρονη θεραπεία με γνωστούς επαγωγείς των ενζύμων UGT δεν συνιστάται λόγω του δυνητικού κινδύνου μειωμένης αποτελεσματικότητας. Εάν πρέπει να συγχορηγηθεί ένας επαγωγέας αυτών των ενζύμων UGT, είναι σκόπιμη η παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου για την αξιολόγηση της ανταπόκρισης στο Mempoglyn.
Μια μελέτη αλληλεπίδρασης με γεμφιβροζίλη, έναν αναστολέα των μεταφορέων OAT3 και ΟATP1B1/1B3 in vitro, έδειξε ότι η Cmax της εμπαγλιφλοζίνης αυξήθηκε κατά 15% και η AUC αυξήθηκε κατά 59% μετά από τη συγχορήγηση. Αυτές οι μεταβολές δεν θεωρήθηκαν να είναι κλινικά σημαντικές.
Η αναστολή των μεταφορέων OATP1B1/1B3 μέσω της συγχορήγησης με ριφαμπικίνη οδήγησε σε αύξηση κατά 75% της Cmax και σε αύξηση κατά 35% της AUC της εμπαγλιφλοζίνης. Αυτές οι μεταβολές δεν θεωρήθηκαν να είναι κλινικά σημαντικές.
Η έκθεση σε εμπαγλιφλοζίνη ήταν παρόμοια με και χωρίς τη συγχορήγηση με βεραπαμίλη, έναν αναστολέα της P-gp, υποδεικνύοντας ότι η αναστολή της P-gp δεν έχει καμία κλινικώς σημαντική επίδραση στην εμπαγλιφλοζίνη.
Μελέτες αλληλεπιδράσεων υποδηλώνουν ότι οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της εμπαγλιφλοζίνης δεν επηρεάστηκαν από τη συγχορήγηση με μετφορμίνη, γλιμεπιρίδη, πιογλιταζόνη, σιταγλιπτίνη, λιναγλιπτίνη, βαρφαρίνη, βεραπαμίλη, ραμιπρίλη, σιμβαστατίνη, τορασεμίδη και υδροχλωροθειαζίδη.
Επιδράσεις της εμπαγλιφλοζίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Η εμπαγλιφλοζίνη μπορεί να αυξήσει τη νεφρική απέκκριση του λιθίου και τα επίπεδα του λιθίου στο αίμα μπορεί να μειωθούν. Η συγκέντρωση του λιθίου στον ορό πρέπει να παρακολουθείται πιο συχνά μετά την έναρξη της εμπαγλιφλοζίνης και τις αλλαγές της δόσης. Παρακαλείστε να παραπέμπετε τον ασθενή στον γιατρό που συνταγογραφεί το λίθιο προκειμένου να παρακολουθείται η συγκέντρωση του λιθίου στον ορό.
Με βάση μελέτες in vitro, η εμπαγλιφλοζίνη δεν αναστέλλει, αδρανοποιεί ή επάγει τις ισομορφές CYP450. Η εμπαγλιφλοζίνη δεν αναστέλλει τις UGT1A1, UGT1A3, UGT1A8, UGT1A9 ή την UGT2B7. Οι αλληλεπιδράσεις φαρμάκων που εμπλέκουν τις κύριες ισομορφές CYP450 και UGT με την εμπαγλιφλοζίνη και τα ταυτόχρονα χορηγούμενα υποστρώματα αυτών των ενζύμων θεωρούνται επομένως μη πιθανές.
Η εμπαγλιφλοζίνη δεν αναστέλλει την P-gp σε θεραπευτικές δόσεις. Με βάση μελέτες in vitro, η εμπαγλιφλοζίνη δεν θεωρείται πιθανό να προκαλέσει αλληλεπιδράσεις με δραστικές ουσίες που είναι υποστρώματα της P-gp.
Η συγχορήγηση διγοξίνης, ένα υπόστρωμα της P-gp, με εμπαγλιφλοζίνη είχε ως αποτέλεσμα αύξηση κατά 6% της AUC και αύξηση κατά 14% της Cmax της διγοξίνης. Αυτές οι μεταβολές δεν θεωρήθηκαν να είναι κλινικά σημαντικές.
Η εμπαγλιφλοζίνη δεν αναστέλλει in vitro τους ανθρώπινους μεταφορείς πρόσληψης όπως OAT3, OATP1B1 και OATP1B3 σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα και, ως εκ τούτου, οι αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με υποστρώματα αυτών των μεταφορέων πρόσληψης θεωρούνται μη πιθανές.
Μελέτες αλληλεπιδράσεων που διεξήχθησαν σε υγιείς εθελοντές υποδηλώνουν ότι η εμπαγλιφλοζίνη δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της μετφορμίνης, της γλιμεπιρίδης, της πιογλιταζόνης, της σιταγλιπτίνης, της λιναγλιπτίνης, της σιμβαστατίνης, της βαρφαρίνης, της ραμιπρίλης, της διγοξίνης, των διουρητικών και των από στόματος αντισυλληπτικών.
Μετφορμίνη
Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται
Αλκοόλ
Η δηλητηρίαση από αλκοόλ συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης, ιδίως σε περιπτώσεις νηστείας, υποσιτισμού ή έκπτωσης της ηπατικής λειτουργίας.
Μεταφορείς οργανικών κατιόντων (OCT)
Η μετφορμίνη είναι υπόστρωμα τόσο του μεταφορέα OCT1 όσο και του OCT2. Η συγχορήγηση μετφορμίνης με
-
Αναστολείς του OCT1 (όπως η βεραπαμίλη) μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης.
-
Επαγωγείς του OCT1 (όπως η ριφαμπικίνη) μπορεί να αυξήσει τη γαστρεντερική απορρόφηση και την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης.
-
Αναστολείς του OCT2 (όπως η σιμετιδίνη, η ντολουτεγκραβίρη, η ρανολαζίνη, η τριμεθοπρίμη, η βανδετανίμπη, η ισαβουκοναζόλη) μπορεί να μειώσει τη νεφρική αποβολή της μετφορμίνης και έτσι να οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης της μετφορμίνης στο πλάσμα.
-
Αναστολείς τόσο του OCT1 όσο και του OCT2 (όπως η κριζοτινίμπη, η ολαπαρίμπη) μπορεί να μεταβάλλει την αποτελεσματικότητα και τη νεφρική αποβολή της μετφορμίνης.
Συνιστάται επομένως προσοχή, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, όταν αυτά τα φάρμακα συγχορηγούνται με μετφορμίνη, καθώς η συγκέντρωση της μετφορμίνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί. Εάν χρειάζεται, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης της μετφορμίνης καθώς οι αναστολείς/επαγωγείς του OCT μπορεί να μεταβάλλουν την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Ιωδιούχοι σκιαγραφικοί παράγοντες
Η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τη χρονική στιγμή της απεικονιστικής διαδικασίας και να μην ξεκινά εκ νέου πριν παρέλθουν τουλάχιστον 48 ώρες κατόπιν αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει επαναξιολογηθεί και έχει διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις κατά τη χρήση
Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς τη νεφρική λειτουργία, το οποίο ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης, π.χ. τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης (COX) II, οι αναστολείς του ΜΕΑ, οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ και τα διουρητικά, ιδίως τα διουρητικά της
αγκύλης. Κατά την έναρξη ή τη χρήση τέτοιων προϊόντων σε συνδυασμό με μετφορμίνη, είναι απαραίτητη η στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
Τα γλυκοκορτικοειδή (χορηγούμενα μέσω της συστηματικής και της τοπικής οδού), οι βήτα-2 αγωνιστές και τα διουρητικά έχουν ενδογενή υπεργλυκαιμική δραστηριότητα. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται και να διενεργείται πιο συχνή παρακολούθηση της γλυκόζης αίματος, ιδίως κατά την έναρξη της θεραπείας με τέτοια φαρμακευτικά προϊόντα. Εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να προσαρμόζεται η δόση του αντιυπεργλυκαιμικού φαρμακευτικού προϊόντος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το άλλο φαρμακευτικό προϊόν και κατά τη διακοπή της.
Ινσουλίνη και εκκριταγωγά της ινσουλίνης
Η ινσουλίνη και τα εκκριταγωγά της ινσουλίνης, όπως είναι οι σουλφονυλουρίες, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Ως εκ τούτου, μπορεί να απαιτείται χαμηλότερη δόση ινσουλίνης ή ενός εκκριταγωγού της ινσουλίνης προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας, όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με τη μετφορμίνη (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Κύηση
Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος ή της εμπαγλιφλοζίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεικνύουν ότι η εμπαγλιφλοζίνη διαπερνά τον πλακούντα κατά την προχωρημένη κύηση σε πολύ περιορισμένο βαθμό αλλά δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην πρώιμη εμβρυϊκή ανάπτυξη. Ωστόσο, μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ανεπιθύμητες επιδράσεις στη μεταγεννητική ανάπτυξη. Ένας περιορισμένος αριθμός δεδομένων υποδηλώνει ότι η χρήση μετφορμίνης σε έγκυες γυναίκες δεν σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο συγγενών δυσπλασιών. Μελέτες σε ζώα με τον συνδυασμό εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης ή με μετφορμίνη ως μονοθεραπεία κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα μόνο στις υψηλότερες δόσεις μετφορμίνης (βλ. παράγραφο 5.3).
Όταν η ασθενής σχεδιάζει να μείνει έγκυος, και κατά τη διάρκεια της κύησης, συνιστάται η θεραπεία του διαβήτη να μην γίνεται με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, αλλά να χρησιμοποιείται ινσουλίνη για τη διατήρηση των επιπέδων της γλυκόζης αίματος όσο το δυνατόν πιο κοντά στις φυσιολογικές τιμές, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος δυσπλασιών του εμβρύου που σχετίζονται με μη φυσιολογικά επίπεδα της γλυκόζης αίματος.
Θηλασμός
Η μετφορμίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν έχουν παρατηρηθεί επιδράσεις σε θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη γυναικών που έλαβαν θεραπεία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα στον άνθρωπο σχετικά με την απέκκριση της εμπαγλιφλοζίνης στο γάλα. Τα διαθέσιμα δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει απέκκριση της εμπαγλιφλοζίνης και της μετφορμίνης στο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια του θηλασμού. Γονιμότητα
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με την επίδραση στην ανθρώπινη γονιμότητα για αυτό το φαρμακευτικό προϊόν ή την εμπαγλιφλοζίνη. Μελέτες σε ζώα με εμπαγλιφλοζίνη και μετφορμίνη δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Το Mempoglyn έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Πρέπει να δίνεται η συμβουλή στους ασθενείς να λαμβάνουν προφυλάξεις για την αποφυγή της υπογλυκαιμίας κατά την οδήγηση και τον χειρισμό μηχανημάτων, ιδίως όταν το Mempoglyn χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μια σουλφονυλουρία και/ή ινσουλίνη.
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε κλινικές δοκιμές ήταν η υπογλυκαιμία σε συνδυασμό με ινσουλίνη και/ή σουλφονυλουρία και τα γαστρεντερικά συμπτώματα (ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος και απώλεια όρεξης). Δεν εντοπίστηκαν πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες σε κλινικές δοκιμές με την εμπαγλιφλοζίνη ως πρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη σε σύγκριση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες των μεμονωμένων συστατικών.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά απόλυτη συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής:
- Πολύ συχνές (≥1/10)
- Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
-
Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
-
Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 2. Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα (MedDRA) από ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά
| Κατηγορία/ Οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Κολπική μονιλίαση, αιδοιοκολπίτιδα, βαλανίτιδα και άλλη λοίμωξη των γεννητικών οργάνων1,2 Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος (συμπεριλαμβανομέ-νων πυελονεφρίτιδας και ουροσήψης)1,2 | Νεκρωτική φλεγμονή περιτονίας του περινέου (γάγγραινα Fournier)α | |||
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Υπογλυκαιμία (όταν χρησιμοποιείται με σουλφονυλουρίαή ινσουλίνη)1 | Δίψα2 Μείωση/ανεπάρκεια βιταμίνης Β123,α | Διαβητική κετοξέωσηα | Γαλακτική οξέωση3 | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Διαταραχή γεύσης3 | ||||
| Αγγειακέςδιαταραχές | Ελάττωση τουόγκου1,2,δ | ||||
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Γαστρεντερικά συμπτώματα3,4 | Δυσκοιλιότητα |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας3Ηπατίτιδα3 | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός (γενικευμένος)2,3 Εξάνθημα | Κνίδωση Αγγειοοίδημα | Ερύθημα3 | ||
| Διαταραχές τωννεφρών και των ουροφόρων οδών | Αυξημένη ούρηση1,2 | Δυσουρία2 | Διαμεσοσω-ληναριακήνεφρίτιδα | ||
| Διερευνήσεις | Αυξημένα λιπίδια ορού2,β | Αυξημένη κρεατινίνη αίματος/ Μειωμένος ρυθμός σπειραματικής διήθησης1 Αυξημένος αιματοκρίτης2,γ |
1 Βλ. υποπαραγράφους παρακάτω για επιπρόσθετες πληροφορίες
2 Ανεπιθύμητες ενέργειες που εντοπίστηκαν με τη μονοθεραπεία εμπαγλιφλοζίνης
3 Ανεπιθύμητες ενέργειες που εντοπίστηκαν με τη μονοθεραπεία μετφορμίνης
4 Τα γαστρεντερικά συμπτώματα όπως ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος και απώλεια της όρεξης εμφανίζονται πιο συχνά κατά την έναρξη της θεραπείας και υποχωρούν αυτόματα στην πλειονότητα των περιπτώσεων.
α Βλ. παράγραφο 4.4
β Οι μέσες ποσοστιαίες αυξήσεις από την έναρξη για την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg και 25 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα, ήταν ολική χοληστερόλη 5,0% και 5,2% έναντι 3,7%, χοληστερόλη HDL 4,6% και 2,7%
έναντι -0,5%, χοληστερόλη LDL 9,1% και 8,7% έναντι 7,8%, τριγλυκερίδια 5,4% και 10,8% έναντι 12,1%.
γ Οι μέσες μεταβολές από την έναρξη στον αιματοκρίτη ήταν 3,6% και 4,0% για την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg και 25 mg, αντίστοιχα, συγκριτικά με το 0% για το εικονικό φάρμακο. Στη μελέτη EMPA-REG Outcome, οι τιμές αιματοκρίτη επανήλθαν στις τιμές έναρξης ύστερα από μια περίοδο παρακολούθησης διάρκειας 30 ημερών μετά από τη διακοπή της θεραπείας.
δ Τα συγκεντρωτικά δεδομένα από δοκιμές της εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια (όπου οι μισοί από τους ασθενείς είχαν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2) έδειξαν υψηλότερη συχνότητα ελάττωσης του όγκου («πολύ συχνή»: 11,4% για την εμπαγλιφλοζίνη έναντι 9,7% για το εικονικό φάρμακο).
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Υπογλυκαιμία
Η συχνότητα της υπογλυκαιμίας ήταν εξαρτώμενη από τη θεραπεία υποβάθρου στις αντίστοιχες μελέτες και ήταν παρόμοια για την εμπαγλιφλοζίνη και το εικονικό φάρμακο ως πρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη, ως πρόσθετη θεραπεία στη λιναγλιπτίνη και τη μετφορμίνη, για τον συνδυασμό εμπαγλιφλοζίνης με μετφορμίνη σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει πρoγενέστερη φαρμακευτική αγωγή σε σύγκριση με εκείνους που έλαβαν θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη και μετφορμίνη ως μεμονωμένα συστατικά, και ως συμπλήρωμα της καθιερωμένης θεραπευτικής αγωγής. Αυξημένη συχνότητα παρατηρήθηκε όταν η εμπαγλιφλοζίνη χορηγήθηκε ως πρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη και σε μια σουλφονυλουρία (εμπαγλιφλοζίνη 10 mg: 16,1%, εμπαγλιφλοζίνη 25 mg: 11,5% και εικονικό φάρμακο: 8,4%) ή ως πρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη και την ινσουλίνη (εμπαγλιφλοζίνη 10 mg: 31,3%, εμπαγλιφλοζίνη 25 mg: 36,2% και εικονικό φάρμακο: 34,7%).
Μείζων υπογλυκαιμία (συμβάντα που απαιτούν υποστήριξη)
Η συνολική συχνότητα των ασθενών με μείζονα υπογλυκαιμικά συμβάντα ήταν χαμηλή (<1%) και παρόμοια για την εμπαγλιφλοζίνη και το εικονικό φάρμακο ως πρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη,
καθώς και για τον συνδυασμό εμπαγλιφλοζίνης με μετφορμίνη σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προγενέστερη φαρμακευτική αγωγή σε σύγκριση με εκείνους που έλαβαν θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη και μετφορμίνη ως μεμονωμένα συστατικά, και ως συμπλήρωμα της καθιερωμένης θεραπευτικής αγωγής. Μείζονα υπογλυκαιμικά συμβάντα εμφανίστηκαν στο 0,5%, 0% και 0,5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη 10 mg, εμπαγλιφλοζίνη 25 mg και εικονικό φάρμακο ως πρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη και την ινσουλίνη, αντίστοιχα. Κανένας ασθενής δεν είχε μείζον υπογλυκαιμικό συμβάν στον συνδυασμό με μετφορμίνη και σουλφονυλουρία και ως πρόσθετη θεραπεία στη λιναγλιπτίνη και τη μετφορμίνη.
Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος
Η συνολική συχνότητα των ανεπιθύμητων συμβάντων λοίμωξης του ουροποιητικού συστήματος ήταν υψηλότερη σε ασθενείς υπό θεραπεία με μετφορμίνη που έλαβαν εμπαγλιφλοζίνη 10 mg (8,8%) σε σύγκριση με εμπαγλιφλοζίνη 25 mg (6,6%) ή εικονικό φάρμακο (7,8%). Όπως και για το εικονικό φάρμακο, λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος αναφέρθηκε πιο συχνά για την εμπαγλιφλοζίνη σε ασθενείς με ιστορικό χρόνιων ή υποτροπιαζουσών λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος. Η ένταση των λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος (π.χ. ήπια/μέτρια/σοβαρή) ήταν παρόμοια με το εικονικό φάρμακο. Συμβάντα λοίμωξης του ουροποιητικού συστήματος αναφέρθηκαν πιο συχνά για την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε γυναίκες ασθενείς, αλλά όχι για την εμπαγλιφλοζίνη 25 mg. Οι συχνότητες των λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος ήταν χαμηλές για άνδρες ασθενείς και ισορροπημένες μεταξύ των ομάδων θεραπείας.
Κολπική μονιλίαση, αιδοιοκολπίτιδα, βαλανίτιδα και άλλη λοίμωξη των γεννητικών οργάνων
Κολπική μονιλίαση, αιδοιοκολπίτιδα, βαλανίτιδα και άλλες λοιμώξεις των γεννητικών οργάνων αναφέρθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς υπό θεραπεία με μετφορμίνη που έλαβαν εμπαγλιφλοζίνη 10 mg (4,0%) και εμπαγλιφλοζίνη 25 mg (3,9%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (1,3%) και αναφέρθηκαν πιο συχνά για την εμπαγλιφλοζίνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε γυναίκες ασθενείς. Η διαφορά στη συχνότητα ήταν λιγότερο έντονη σε άνδρες ασθενείς. Οι λοιμώξεις των γεννητικών οργάνων ήταν ήπιες και μέτριες σε ένταση, καμία δεν ήταν σοβαρή σε ένταση.
Έχουν αναφερθεί περιστατικά φίμωσης/επίκτητης φίμωσης ταυτόχρονα με λοιμώξεις των γεννητικών οργάνων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ήταν απαραίτητη η χειρουργική αφαίρεση της ακροποσθίας.
Αυξημένη ούρηση
Όπως αναμενόταν από τον μηχανισμό δράσης, αυξημένη ούρηση (όπως αξιολογήθηκε από την αναζήτηση των προκαθορισμένων όρων συμπεριλαμβανομένων της πολλακιουρίας, της πολυουρίας και της νυκτουρίας) παρατηρήθηκε σε υψηλότερες συχνότητες σε ασθενείς υπό θεραπεία με μετφορμίνη που έλαβαν εμπαγλιφλοζίνη 10 mg (3,0%) και εμπαγλιφλοζίνη 25 mg (2,9%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (1,4%) ως πρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη. Η αυξημένη ούρηση ήταν κυρίως ήπιας ή μέτριας έντασης. Η συχνότητα της αναφερόμενης νυκτουρίας ήταν συγκρίσιμη μεταξύ του εικονικού φαρμάκου και της εμπαγλιφλοζίνης (<1%).
Ελάττωση του όγκου
Η συνολική συχνότητα ελάττωσης του όγκου (συμπεριλαμβανομένων των προκαθορισμένων όρων, μειωμένη αρτηριακή πίεση (περιπατητική), μειωμένη συστολική αρτηριακή πίεση, αφυδάτωση, υπόταση, υποογκαιμία, ορθοστατική υπόταση και συγκοπή) σε ασθενείς υπό θεραπεία με μετφορμίνη που έλαβαν εμπαγλιφλοζίνη ήταν χαμηλή: 0,6% για την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg, 0,3% για την εμπαγλιφλοζίνη 25 mg και 0,1% για το εικονικό φάρμακο. Η επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης στην απέκκριση της γλυκόζης στα ούρα σχετίζεται με ωσμωτική διούρηση, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει την κατάσταση ενυδάτωσης σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω. Σε ασθενείς ηλικίας
≥75 ετών, συμβάντα ελάττωσης του όγκου έχουν αναφερθεί σε έναν μόνο ασθενή που έλαβε θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη 25 mg ως πρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη.
Αυξημένη κρεατινίνη αίματος/Μειωμένος ρυθμός σπειραματικής διήθησης
Η συνολική συχνότητα των ασθενών με αυξημένη κρεατινίνη αίματος και μειωμένο ρυθμό σπειραματικής διήθησης ήταν παρόμοια μεταξύ εμπαγλιφλοζίνης και εικονικού φαρμάκου ως
πρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη (αυξημένη κρεατινίνη αίματος: εμπαγλιφλοζίνη 10 mg 0,5%, εμπαγλιφλοζίνη 25 mg 0,1%, εικονικό φάρμακο 0,4%, μειωμένος ρυθμός σπειραματικής διήθησης: εμπαγλιφλοζίνη 10 mg 0,1%, εμπαγλιφλοζίνη 25 mg 0%, εικονικό φάρμακο 0,2%).
Οι αρχικές αυξήσεις της κρεατινίνης και οι αρχικές μειώσεις στους εκτιμώμενους ρυθμούς σπειραματικής διήθησης σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη ως πρόσθετη θεραπεία στην αγωγή με μετφορμίνη ήταν σε γενικές γραμμές παροδικές κατά τη διάρκεια της συνεχούς θεραπείας ή αναστρέψιμες μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Σταθερά, στη μελέτη EMPA-REG OUTCOME, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη παρουσίασαν μια αρχική πτώση στον eGFR (μέση τιμή: 3 ml/min/1,73 m2). Ακολούθως, ο eGFR διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης θεραπείας. Ο μέσος eGFR επανήλθε στην τιμή έναρξης μετά τη διακοπή της θεραπείας, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι οξείες αιμοδυναμικές μεταβολές ενδέχεται να διαδραματίζουν κάποιο ρόλο σε αυτές τις μεταβολές της νεφρικής λειτουργίας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στη δοκιμή DINAMO, έλαβαν θεραπεία 157 παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω με διαβήτη τύπου 2, εκ των οποίων 52 ασθενείς έλαβαν εμπαγλιφλοζίνη, 52 λιναγλιπτίνη και 53 εικονικό φάρμακο (βλ. παράγραφο 5.1). Κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο φάσης, η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια του φαρμάκου ήταν η υπογλυκαιμία (εμπαγλιφλοζίνη 10 mg και 25 mg, συγκεντρωτικά: 23,1%, εικονικό φάρμακο: 9,4%). Κανένα από αυτά τα συμβάντα δεν ήταν σοβαρό ή δεν απαιτούσε υποστήριξη.
Συνολικά, το προφίλ ασφάλειας στα παιδιά ήταν παρόμοιο με το προφίλ ασφάλειας στους ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 213 2040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr
Συμπτώματα
Εμπαγλιφλοζίνη
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, μονές δόσεις έως και 800 mg εμπαγλιφλοζίνης (που ισοδυναμούν με 32 φορές την υψηλότερη συνιστώμενη ημερήσια δόση) σε υγιείς εθελοντές και πολλαπλές ημερήσιες δόσεις έως και 100 mg εμπαγλιφλοζίνης (που ισοδυναμούν με 4 φορές την υψηλότερη συνιστώμενη ημερήσια δόση) σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 δεν έδειξαν καμία τοξικότητα. Η εμπαγλιφλοζίνη αύξησε την απέκκριση της γλυκόζης στα ούρα οδηγώντας σε αύξηση του όγκου των ούρων. Η παρατηρούμενη αύξηση του όγκου των ούρων δεν ήταν δοσοεξαρτώμενη και δεν είναι κλινικά σημαντική. Δεν υπάρχει εμπειρία με δόσεις άνω των 800 mg στον άνθρωπο.
Μετφορμίνη
Δεν έχει παρατηρηθεί υπογλυκαιμία με δόσεις μετφορμίνης έως και 85 g, αν και έχει εμφανιστεί γαλακτική οξέωση υπό τέτοιες συνθήκες. Η υψηλή υπερδοσολογία μετφορμίνης ή οι συνακόλουθοι κίνδυνοι μπορεί να οδηγήσουν σε γαλακτική οξέωση. Η γαλακτική οξέωση αποτελεί επείγουσα ιατρική κατάσταση και πρέπει να αντιμετωπίζεται στο νοσοκομείο (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).
Θεραπεία
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, πρέπει να ξεκινήσει θεραπεία ανάλογα με την κλινική κατάσταση του ασθενή. Η πιο αποτελεσματική μέθοδος για την απομάκρυνση του γαλακτικού και της μετφορμίνης είναι η αιμοκάθαρση. Η απομάκρυνση της εμπαγλιφλοζίνης μέσω αιμοκάθαρσης δεν έχει μελετηθεί.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - MEMPOGLYN 000
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στον διαβήτη, συνδυασμοί από στόματος χορηγουμένων υπογλυκαιμικών φαρμάκων, κωδικός ATC: A10BD20.
Μηχανισμός δράσης
Το Mempoglyn συνδυάζει δύο αντιυπεργλυκαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα με συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2: την εμπαγλιφλοζίνη, έναν αναστολέα του συμμεταφορέα νατρίου-γλυκόζης υποτύπου 2 (SGLT2) και την υδροχλωρική μετφορμίνη, ένα μέλος της κατηγορίας των διγουανιδίων.
Εμπαγλιφλοζίνη
Η εμπαγλιφλοζίνη είναι ένας αναστρέψιμος, πολύ ισχυρός (IC50 1,3 nmol) και εκλεκτικός ανταγωνιστικός αναστολέας του SGLT2. Η εμπαγλιφλοζίνη δεν αναστέλλει άλλους μεταφορείς γλυκόζης που είναι σημαντικοί για τη μεταφορά της γλυκόζης στους περιφερικούς ιστούς και εμφανίζει 5.000 φορές μεγαλύτερη εκλεκτικότητα για τον SGLT2 έναντι του SGLT1, τον κύριο μεταφορέα που είναι υπεύθυνος για την απορρόφηση της γλυκόζης στο έντερο. Ο SGLT2 έχει υψηλή έκφραση στον νεφρό, ενώ η έκφραση σε άλλους ιστούς είναι απούσα ή πολύ χαμηλή. Αυτός είναι υπεύθυνος, ως ο επικρατής μεταφορέας, για την επαναρρόφηση της γλυκόζης από το σπειραματικό διήθημα πίσω στην κυκλοφορία. Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και υπεργλυκαιμία, μια υψηλότερη ποσότητα γλυκόζης διηθείται και επαναρροφάται.
Η εμπαγλιφλοζίνη βελτιώνει τον γλυκαιμικό έλεγχο σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, μειώνοντας τη νεφρική επαναρρόφηση της γλυκόζης. Η ποσότητα της γλυκόζης που απομακρύνεται από τον νεφρό μέσω αυτού του γλυκοζουρικού μηχανισμού εξαρτάται από τη συγκέντρωση της γλυκόζης αίματος και τον GFR. Η αναστολή του SGLT2 σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και υπεργλυκαιμία οδηγεί σε υπερβολική απέκκριση γλυκόζης στα ούρα. Επιπρόσθετα, η έναρξη της θεραπείας με εμπαγλιφλοζίνη αυξάνει την απέκκριση νατρίου, με αποτέλεσμα την ωσμωτική διούρηση και τον μειωμένο ενδοαγγειακό όγκο.
Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η απέκκριση γλυκόζης στα ούρα αυξήθηκε αμέσως μετά την πρώτη δόση εμπαγλιφλοζίνης και είναι συνεχής κατά τη διάρκεια του 24ωρου δοσολογικού διαστήματος. Η αυξημένη απέκκριση γλυκόζης στα ούρα διατηρήθηκε στο τέλος της περιόδου θεραπείας 4 εβδομάδων, με μέσο όρο κατά προσέγγιση 78 g/ημέρα με εμπαγλιφλοζίνη 25 mg. Η αυξημένη απέκκριση γλυκόζης στα ούρα είχε ως αποτέλεσμα την άμεση μείωση των επιπέδων γλυκόζης στο πλάσμα σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.
Η εμπαγλιφλοζίνη βελτιώνει τόσο τα επίπεδα της γλυκόζης νηστείας όσο και της μεταγευματικής γλυκόζης στο πλάσμα. Ο μηχανισμός δράσης της εμπαγλιφλοζίνης είναι ανεξάρτητος από τη λειτουργία των βήτα-κυττάρων και την οδό της ινσουλίνης και αυτό συμβάλλει σε χαμηλό κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Παρατηρήθηκε βελτίωση των υποκατάστατων δεικτών της λειτουργίας των βήτα-κυττάρων, συμπεριλαμβανομένου του Μοντέλου Ομοιόστασης για την Αξιολόγηση της λειτουργίας των βήτα-κυττάρων (HOMA-β). Επιπρόσθετα, η απέκκριση γλυκόζης στα ούρα επάγει απώλεια θερμίδων, που συνδέεται με απώλεια σωματικού λίπους και μείωση σωματικού βάρους. Η γλυκοζουρία που παρατηρείται με την εμπαγλιφλοζίνη συνοδεύεται από ήπια διούρηση, η οποία ενδέχεται να συμβάλλει στην εμμένουσα και μέτρια μείωση της αρτηριακής πίεσης. Η γλυκοζουρία, η νατριούρηση και η ωσμωτική διούρηση που παρατηρούνται με την εμπαγλιφλοζίνη μπορεί να συμβάλλουν στη βελτίωση των καρδιαγγειακών εκβάσεων.
Μετφορμίνη
Η μετφορμίνη είναι ένα διγουανίδιο με αντιυπεργλυκαιμικές επιδράσεις, που μειώνει τόσο τη βασική όσο και τη μεταγευματική γλυκόζη στο πλάσμα. Δεν διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης και ως εκ τούτου δεν προκαλεί υπογλυκαιμία.
Η μετφορμίνη μπορεί να δράσει μέσω 3 μηχανισμών:
-
μείωση της ηπατικής παραγωγής της γλυκόζης μέσω αναστολής της γλυκονεογένεσης και της γλυκογονόλυσης,
-
στον μυ, αυξάνοντας την ευαισθησία στην ινσουλίνη, βελτιώνοντας την περιφερική πρόσληψη και χρήση της γλυκόζης,
-
και επιβράδυνση της εντερικής απορρόφησης της γλυκόζης.
Η μετφορμίνη διεγείρει την ενδοκυττάρια σύνθεση του γλυκογόνου δρώντας στη συνθάση του γλυκογόνου. Η μετφορμίνη αυξάνει την ικανότητα μεταφοράς όλων των γνωστών έως σήμερα τύπων των μεμβρανικών μεταφορέων γλυκόζης (GLUTs).
Στον άνθρωπο, ανεξάρτητα από τη δράση της στη γλυκαιμία, η μετφορμίνη έχει ευνοϊκές επιδράσεις στον μεταβολισμό των λιπιδίων. Αυτό έχει καταδειχθεί με θεραπευτικές δόσεις σε ελεγχόμενες, μεσοπρόθεσμες ή μακροχρόνιες κλινικές μελέτες: η μετφορμίνη μειώνει τα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης, της χοληστερόλης LDL και των τριγλυκεριδίων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Τόσο η βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου όσο και η μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της θεραπείας του διαβήτη τύπου 2.
Η γλυκαιμική αποτελεσματικότητα και οι καρδιαγγειακές εκβάσεις αξιολογήθηκαν σε ένα σύνολο
10.366 ασθενών με διαβήτη τύπου 2 που έλαβαν θεραπεία σε 9 διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο ή ελεγχόμενες με δραστικό φάρμακο κλινικές μελέτες διάρκειας τουλάχιστον 24 εβδομάδων, εκ των οποίων 2.950 ασθενείς έλαβαν εμπαγλιφλοζίνη 10 mg και 3.701 ασθενείς έλαβαν εμπαγλιφλοζίνη 25 mg ως πρόσθετη θεραπεία στην αγωγή με μετφορμίνη. Από αυτούς, 266 ή 264 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη 10 mg ή 25 mg ως πρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη συν ινσουλίνη, αντίστοιχα.
Η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη σε συνδυασμό με μετφορμίνη, με ή χωρίς άλλα αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα (πιογλιταζόνη, σουλφονυλουρία, αναστολείς της DPP-4 και ινσουλίνη), οδήγησε σε κλινικά σημαντικές βελτιώσεις της HbA1c, της γλυκόζης πλάσματος νηστείας (FPG), του σωματικού βάρους και της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης. Η χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης 25 mg είχε ως αποτέλεσμα υψηλότερο ποσοστό ασθενών να επιτύχουν τον στόχο HbA1c κάτω του 7% και λιγότερους ασθενείς να χρειαστούν γλυκαιμική διάσωση σε σύγκριση με την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg και το εικονικό φάρμακο. Σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω, παρατηρήθηκαν αριθμητικά χαμηλότερες μειώσεις της HbA1c με τη θεραπεία εμπαγλιφλοζίνης. Η υψηλότερη τιμή HbA1c κατά την έναρξη συσχετίστηκε με μεγαλύτερη μείωση της HbA1c.
Επιπρόσθετα, η εμπαγλιφλοζίνη ως συμπλήρωμα της καθιερωμένης θεραπευτικής αγωγής μείωσε την καρδιαγγειακή θνησιμότητα σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και τεκμηριωμένη καρδιαγγειακή νόσο.
Εμπαγλιφλοζίνη ως πρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη, σουλφονυλουρία, πιογλιταζόνη
Η εμπαγλιφλοζίνη ως πρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη, σε μετφορμίνη και μια σουλφονυλουρία ή σε πιογλιταζόνη και μετφορμίνη οδήγησε σε στατιστικά σημαντικές (p<0,0001) μειώσεις της HbA1c και του σωματικού βάρους σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (Πίνακας 3). Επιπρόσθετα, οδήγησε σε μια κλινικά σημαντική μείωση της FPG, της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Στη διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο επέκταση αυτών των μελετών, οι μειώσεις HbA1c, σωματικού βάρους και αρτηριακής πίεσης διατηρήθηκαν έως την Εβδομάδα 76.
Πίνακας 3. Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών διάρκειας 24 εβδομάδων
| Πρόσθετη θεραπεία σε αγωγή με μετφορμίνηα | |||
| Εικονικό φάρμακο | Εμπαγλιφλοζίνη | ||
| 10 mg | 25 mg | ||
| N | 207 | 217 | 213 |
| HbA1c (%) | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 7,90 | 7,94 | 7,86 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -0,13 | -0,70 | -0,77 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -0,57* (-0,72, -0,42) | -0,64* (-0,79, -0,48) | |
| N | 184 | 199 | 191 |
| Ασθενείς (%) που επιτυγχάνουν HbA1c <7% με HbA1c κατά την έναρξη ≥7%2 | 12,5 | 37,7 | 38,7 |
| N | 207 | 217 | 213 |
| Σωματικό Βάρος (kg) | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 79,73 | 81,59 | 82,21 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -0,45 | -2,08 | -2,46 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -1,63* (-2,17, -1,08) | -2,01* (-2,56, -1,46) | |
| N | 207 | 217 | 213 |
| SBP (mmHg)2 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 128,6 | 129,6 | 130,0 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -0,4 | -4,5 | -5,2 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(95% CI) | -4,1* (-6,2, -2,1) | -4,8* (-6,9, -2,7) | |
| Πρόσθετη θεραπεία σε αγωγή με μετφορμίνη και μια σουλφονυλουρίαα | |||
| Εικονικό φάρμακο | Εμπαγλιφλοζίνη | ||
| 10 mg | 25 mg | ||
| N | 225 | 225 | 216 |
| HbA1c (%) | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 8,15 | 8,07 | 8,10 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -0,17 | -0,82 | -0,77 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -0,64* (-0,79, -0,49) | -0,59* (-0,74, -0,44) | |
| N | 216 | 209 | 202 |
| Ασθενείς (%) που επιτυγχάνουν HbA1c <7% με HbA1c κατά τηνέναρξη ≥7%2 | 9,3 | 26,3 | 32,2 |
| N | 225 | 225 | 216 |
| Σωματικό Βάρος (kg) | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 76,23 | 77,08 | 77,50 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -0,39 | -2,16 | -2,39 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -1,76* (-2,25, -1,28) | -1,99* (-2,48, -1,50) | |
| N | 225 | 225 | 216 |
| SBP (mmHg)2 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 128,8 | 128,7 | 129,3 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -1,4 | -4,1 | -3,5 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(95% CI) | -2,7 (-4,6, -0,8) | -2,1 (-4,0, -0,2) | |
| Πρόσθετη θεραπεία σε αγωγή με πιογλιταζόνη + μετφορμίνηβ | |||
| Εικονικό φάρμακο | Εμπαγλιφλοζίνη | ||
| 10 mg | 25 mg | ||
| N | 124 | 125 | 127 |
| HbA1c (%) | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 8,15 | 8,07 | 8,10 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -0,11 | -0,55 | -0,70 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -0,45* (-0,69, -0,21) | -0,60* (-0,83, -0,36) | |
| N | 118 | 116 | 123 |
| Ασθενείς (%) που επιτυγχάνουν HbA1c <7% με HbA1c κατά την έναρξη ≥7%2 | 8,5 | 22,4 | 28,5 |
| N | 124 | 125 | 127 |
| Σωματικό Βάρος (kg) | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 79,45 | 79,44 | 80,98 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | 0,40 | -1,74 | -1,59 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -2,14* (-2,93, -1,35) | -2,00* (-2,78, -1,21) | |
| N | 124 | 125 | 127 |
| SBP (mmHg)2, 3 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 125.5 | 126.3 | 126.3 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | 0.8 | -3.5 | -3.3 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(95% CI) | -4.2** (-6.94, -1.53) | -4.1** (-6.76, -1.37) | |
α Σύνολο πλήρους ανάλυσης (FAS) χρησιμοποιώντας μεταφορά τελευταίας παρατήρησης (LOCF) πριν από τη θεραπεία γλυκαιμικής διάσωσης
β Ανάλυση υποομάδας για ασθενείς σε πρόσθετο υπόβαθρο μετφορμίνης (FAS, LOCF)
1 Μέση τιμή προσαρμοσμένη για την τιμή κατά την έναρξη
2 Δεν αξιολογήθηκε για στατιστική σημαντικότητα ως μέρος της διαδικασίας διαδοχικών δοκιμασιών επιβεβαίωσης
3 LOCF, τιμές μετά από αντιυπερτασική διάσωση λογοκριμένες
* τιμή p <0,0001
** τιμή p <0,01
Εμπαγλιφλοζίνη σε συνδυασμό με μετφορμίνη σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προγενέστερη θεραπεία
Μια μελέτη παραγοντικού σχεδιασμού διάρκειας 24 εβδομάδων διεξήχθη για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και ασφάλειας της εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προγενέστερη θεραπεία. Η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη σε συνδυασμό με μετφορμίνη (5 mg και 500 mg, 5 mg και 1.000 mg, 12,5 mg και 500 mg, και 12,5 mg και 1.000 mg χορηγούμενα δύο φορές ημερησίως) παρείχε στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις στην HbA1c (Πίνακας 4) και οδήγησε σε μεγαλύτερες μειώσεις της FPG (σε σύγκριση με τα μεμονωμένα συστατικά) και του σωματικού βάρους (σε σύγκριση με τη μετφορμίνη).
Πίνακας 4: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας την εβδομάδα 24 της σύγκρισης της εμπαγλιφλοζίνης σε συνδυασμό με μετφορμίνη ως προς τα μεμονωμένα συστατικάα
| Εμπαγλιφλοζίνη 10 mgβ | Εμπαγλιφλοζίνη 25 mgβ | Μετφορμίνηγ | ||||||
| + Μετ1.000 mgγ | + Μετ2.000 mgγ | Χωρίς Μετ | + Μετ1.000 mgγ | + Μετ2 000 mgγ | Χωρίς Μετ | 1.000 mg | 2.000 mg | |
| N | 161 | 167 | 169 | 165 | 169 | 163 | 167 | 162 |
| HbA1c (%) | ||||||||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 8,68 | 8,65 | 8,62 | 8,84 | 8,66 | 8,86 | 8,69 | 8,55 |
| Μεταβολήαπό την έναρξη1 | -1,98 | -2,07 | -1,35 | -1,93 | -2,08 | -1,36 | -1,18 | -1,75 |
| Σύγκριση έναντι εμπα (95% CI)1 | -0,63* (-0,86,-0,40) | -0,72* (-0,96,-0,49) | -0,57* (-0,81,-0,34) | -0,72* (-0,95,-0,48) | ||||
| Σύγκριση έναντι μετ (95% CI)1 | -0,79* (-1,03,-0,56) | -0,33* (-0,56,-0,09) | -0,75* (-0,98-0,51) | -0,33* (-0,56,-0,10) | ||||
Μετ = μετφορμίνη, εμπα = εμπαγλιφλοζίνη
1 μέση τιμή προσαρμοσμένη για την τιμή κατά την έναρξη
α Οι αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν στο σύνολο πλήρους ανάλυσης (FAS) με τη χρήση της προσέγγισης εποπτευόμενων περιστατικών (OC)
β Χορηγούμενη σε δύο ισόποσες δόσεις ανά ημέρα κατά τη χορήγηση μαζί με μετφορμίνη
γ Χορηγούμενη σε δύο ισόποσες δόσεις ανά ημέρα
*p≤0,0062 για την HbA1c
Εμπαγλιφλοζίνη σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη και λιναγλιπτίνη
Σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη και λιναγλιπτίνη 5 mg, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη 10 mg ή 25 mg οδήγησε σε στατιστικά σημαντικές (p<0,0001) μειώσεις της HbA1c και του σωματικού βάρους σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (Πίνακας 5). Επιπρόσθετα, οδήγησε σε κλινικά σημαντικές μειώσεις της FPG, της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Πίνακας 5: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας μιας ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο μελέτης διάρκειας 24 εβδομάδων σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη και λιναγλιπτίνη 5 mg
| Πρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη και λιναγλιπτίνη 5 mg | |||
| Εικονικό φάρμακο5 | Εμπαγλιφλοζίνη6 | ||
| 10 mg | 25 mg | ||
| N | 106 | 109 | 110 |
| HbA1c (%)3 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 7,96 | 7,97 | 7,97 |
| Μεταβολή από την | 0,14 | -0,65 | -0,56 |
| έναρξη1 | |||
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο (95% CI) | -0,79* (-1,02, -0,55) | -0,70* (-0,93, -0,46) | |
| N | 100 | 100 | 107 |
| Ασθενείς (%) που επιτυγχάνουν HbA1c <7% με HbA1c κατά την έναρξη ≥7%2 | 17,0 | 37,0 | 32,7 |
| N | 106 | 109 | 110 |
| Σωματικό Βάρος (kg)3 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 82,3 | 88,4 | 84,4 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -0,3 | -3,1 | -2,5 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο (95% CI) | -2,8* (-3,5, -2,1) | -2,2* (-2,9, -1,5) | |
| N | 106 | 109 | 110 |
| SBP (mmHg)4 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 130,1 | 130,4 | 131,0 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -1,7 | -3,0 | -4,3 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο (95% CI) | -1,3 (-4,2, 1,7) | -2,6 (-5,5, 0,4) | |
1 Μέση τιμή προσαρμοσμένη για την τιμή κατά την έναρξη
2 Δεν αξιολογήθηκε για στατιστική σημαντικότητα, δεν αποτελεί μέρος της διαδικασίας διαδοχικών δοκιμασιών για τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία
3 Το μοντέλο MMRM στο FAS (OC) περιλάμβανε τιμή HbA1c κατά την έναρξη, τιμή eGFR (MDRD) κατά την έναρξη, γεωγραφική περιοχή, επίσκεψη, θεραπεία, και θεραπεία βάσει της αλληλεπίδρασης των επισκέψεων. Για το βάρος, περιλήφθηκε η τιμή βάρους κατά την έναρξη.
4 Το μοντέλο MMRM περιλάμβανε τιμή SBP κατά την έναρξη και τιμή HbA1c κατά την έναρξη ως γραμμική(ές) συμμεταβλητή(ές) και τιμή eGFR κατά την έναρξη, γεωγραφική περιοχή, θεραπεία, επίσκεψη και επίσκεψη βάσει αλληλεπίδρασης των θεραπειών ως σταθερές επιδράσεις.
5 Οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου λάμβαναν εικονικό φάρμακο συν λιναγλιπτίνη 5 mg με θεραπεία υποβάθρου μετφορμίνης
6 Οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στις ομάδες εμπαγλιφλοζίνης 10 mg ή 25 mg λάμβαναν εμπαγλιφλοζίνη 10 mg ή 25 mg και λιναγλιπτίνη 5 mg με θεραπεία υποβάθρου μετφορμίνης
* p-value <0,0001
Σε μια προκαθορισμένη υποoμάδα ασθενών με τιμή HbA1c κατά την έναρξη μεγαλύτερη ή ίση με το 8,5%, η μείωση από την τιμή HbA1c κατά την έναρξη ήταν -1,3% με εμπαγλιφλοζίνη 10 mg ή 25 mg στις 24 εβδομάδες (p<0,0001) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Δεδομένα 24 μηνών εμπαγλιφλοζίνης, ως πρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη σε σύγκριση με γλιμεπιρίδη
Σε μια μελέτη που συνέκρινε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της εμπαγλιφλοζίνης 25 mg έναντι της γλιμεπιρίδης (έως και 4 mg την ημέρα) σε ασθενείς με ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο σε μονοθεραπεία μετφορμίνης, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη σε ημερήσια βάση οδήγησε σε ανώτερη μείωση της HbA1c (Πίνακας 6) και σε μια κλινικά σημαντική μείωση της FPG, σε σύγκριση με τη γλιμεπιρίδη. Η εμπαγλιφλοζίνη σε ημερήσια βάση οδήγησε σε μια στατιστικά σημαντική μείωση του σωματικού βάρους, της συστολικής και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης και σε ένα στατιστικά σημαντικό χαμηλότερο ποσοστό ασθενών με υπογλυκαιμικά συμβάντα σε σύγκριση με τη γλιμεπιρίδη (2,5% για την εμπαγλιφλοζίνη, 24,2% για τη γλιμεπιρίδη, p<0,0001).
Πίνακας 6: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας την εβδομάδα 104 σε μια μελέτη ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο που συνέκρινε την εμπαγλιφλοζίνη με τη γλιμεπιρίδη ως πρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνηα
| Εμπαγλιφλοζίνη 25 mg | Γλιμεπιρίδηβ |
| N | 765 | 780 |
| HbA1c (%) | ||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 7,92 | 7,92 |
| Μεταβολή από την έναρξη1 | -0,66 | -0,55 |
| Διαφορά από τη γλιμεπιρίδη1 (97,5% CI) | -0,11* (-0,20, -0,01) | |
| N | 690 | 715 |
| Ασθενείς (%) που επιτυγχάνουν HbA1c <7% με HbA1c κατά την έναρξη ≥7%2 | 33,6 | 30,9 |
| N | 765 | 780 |
| Σωματικό Βάρος (kg) | ||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 82,52 | 83,03 |
| Μεταβολή από την έναρξη1 | -3.12 | 1,34 |
| Διαφορά από τη γλιμεπιρίδη1 (97,5% CI) | -4,46** (-4,87, -4,05) | |
| N | 765 | 780 |
| SBP (mmHg)3 | ||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 133,4 | 133,5 |
| Μεταβολή από την έναρξη1 | -3,1 | 2,5 |
| Διαφορά από τη γλιμεπιρίδη1 (97,5% CI) | -5,6** (-7,0,-4,2) | |
α Σύνολο πλήρους ανάλυσης (FAS) χρησιμοποιώντας μεταφορά τελευταίας παρατήρησης (LOCF) πριν από τη θεραπεία γλυκαιμικής διάσωσης
β Έως και 4 mg γλιμεπιρίδης
1 Μέση τιμή προσαρμοσμένη για την τιμή κατά την έναρξη
2 Δεν αξιολογήθηκε για στατιστική σημαντικότητα ως μέρος της διαδικασίας διαδοχικών δοκιμασιών επιβεβαίωσης
3 LOCF, τιμές μετά από αντιυπερτασική διάσωση λογοκριμένες
*τιμή p <0,0001 για μη κατωτερότητα και τιμή p = 0,0153 για ανωτερότητα
**τιμή p <0,0001
Πρόσθετη θεραπεία σε αγωγή ινσουλίνης
Εμπαγλιφλοζίνη ως πρόσθετη θεραπεία σε πολλαπλή ημερήσια χορήγηση ινσουλίνης
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της εμπαγλιφλοζίνης ως πρόσθετη θεραπεία σε πολλαπλή ημερήσια χορήγηση ινσουλίνης με ταυτόχρονη θεραπεία μετφορμίνης αξιολογήθηκε σε μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή διάρκειας 52 εβδομάδων. Κατά τις πρώτες 18 εβδομάδες και τις τελευταίες 12 εβδομάδες, η δόση ινσουλίνης διατηρήθηκε σταθερή, αλλά προσαρμόστηκε ώστε να επιτευχθούν επίπεδα προγευματικής γλυκόζης <100 mg/dl [5,5 mmol/l] και επίπεδα μεταγευματικής γλυκόζης <140 mg/dl [7,8 mmol/l] μεταξύ των Εβδομάδων 19 και 40.
Την Εβδομάδα 18, η εμπαγλιφλοζίνη παρείχε στατιστικά σημαντική βελτίωση της HbA1c σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (Πίνακας 7).
Την Εβδομάδα 52, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη οδήγησε σε στατιστικά σημαντική μείωση της HbA1c και μείωση της χρήσης ινσουλίνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο καθώς και σε μείωση του σωματικού βάρους.
Πίνακας 7: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας στις 18 και 52 εβδομάδες σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη εμπαγλιφλοζίνης ως πρόσθετη θεραπεία σε πολλαπλές ημερήσιες δόσεις ινσουλίνης με ταυτόχρονη αγωγή μετφορμίνης
| Εικονικό φάρμακο | Εμπαγλιφλοζίνη | ||
| 10 mg | 25 mg | ||
| N | 135 | 128 | 137 |
| HbA1c (%) την εβδομάδα 18α | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 8,29 | 8,42 | 8,29 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -0,58 | -0,99 | -1,03 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -0,41* (-0,61, -0,21) | -0,45* (-0,65, -0,25) | |
| N | 86 | 84 | 87 |
| HbA1c (%) την εβδομάδα 52β | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 8,26 | 8,43 | 8,38 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -0,86 | -1,23 | -1,31 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -0,37** (-0,67, -0,08) | -0,45* (-0,74, -0,16) | |
| N | 84 | 84 | 87 |
| Ασθενείς (%) που επιτυγχάνουν HbA1c <7% με HbA1c κατά την έναρξη ≥7%την εβδομάδα 52β, 2 | 27,4 | 41,7 | 48,3 |
| N | 86 | 83 | 86 |
| Δόση ινσουλίνης (IU/ημέρα) την εβδομάδα 52β, 3 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 91,01 | 91,77 | 90,22 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | 12,84 | 0,22 | -2,25 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -12,61** (-21,43, -3,80) | -15,09** (-23,79, -6,40) | |
| N | 86 | 84 | 87 |
| Σωματικό Βάρος (kg) την εβδομάδα 52β | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 97,78 | 98,86 | 94,93 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | 0,42 | -2,47 | -1,94 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -2,89* (-4,29, -1,49) | -2,37* (-3,75, -0,98) | |
α Ανάλυση υποομάδας για ασθενείς σε πρόσθετο υπόβαθρο μετφορμίνης (FAS, LOCF)
β Ανάλυση υποομάδας για ασθενείς σε πρόσθετο υπόβαθρο μετφορμίνης (ασθενείς που ολοκλήρωσαν σύμφωνα με το PPS, LOCF)
1 Μέση τιμή προσαρμοσμένη για την τιμή κατά την έναρξη
2 Δεν αξιολογήθηκε για στατιστική σημαντικότητα ως μέρος της διαδικασίας διαδοχικών δοκιμασιών επιβεβαίωσης
3 Εβδομάδα 19-40: σχήμα θεραπείας treat-to-target για την προσαρμογή της δόσης ινσουλίνης για την επίτευξη προκαθορισμένων επιπέδων στόχου γλυκόζης (προγευματικά <100 mg/dl (5,5 mmol/l), μεταγευματικά <140 mg/dl (7,8 mmol/l)
* τιμή p ≤0,0005
** τιμή p <0,005
Εμπαγλιφλοζίνη ως πρόσθετη θεραπεία σε βασική ινσουλίνη
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της εμπαγλιφλοζίνης ως πρόσθετη θεραπεία σε βασική ινσουλίνη με ταυτόχρονη θεραπεία μετφορμίνης αξιολογήθηκε σε μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή διάρκειας 78 εβδομάδων. Κατά τις πρώτες 18 εβδομάδες, η δόση ινσουλίνης διατηρήθηκε σταθερή, αλλά προσαρμόστηκε ώστε να επιτευχθεί FPG <110 mg/dl στις επόμενες 60 εβδομάδες.
Την εβδομάδα 18, η εμπαγλιφλοζίνη παρείχε στατιστικά σημαντική βελτίωση της HbA1c. Μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη και με HbA1c κατά την έναρξη ≥7,0 % πέτυχε τον στόχο HbA1c <7% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (Πίνακας 8). Στις 78 εβδομάδες, διατηρήθηκαν η μείωση της HbA1c και η επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης στη μείωση χρήσης της ινσουλίνης. Επιπλέον, η εμπαγλιφλοζίνη οδήγησε σε μείωση της FPG, του σωματικού βάρους και της αρτηριακής πίεσης.
Πίνακας 8 Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας στις 18 και 78 εβδομάδες σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη εμπαγλιφλοζίνης ως πρόσθετη θεραπεία σε βασική ινσουλίνη με μετφορμίνηα
| Εικονικό φάρμακο | Εμπαγλιφλοζίνη 10 mg | Εμπαγλιφλοζίνη 25 mg | |
| N | 96 | 107 | 99 |
| HbA1c (%) την εβδομάδα 18 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 8,02 | 8,21 | 8,35 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -0,09 | -0,62 | -0,72 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -0,54* (-0,77, -0,30) | -0,63* (-0,88, -0,39) | |
| N | 89 | 105 | 94 |
| HbA1c (%)την εβδομάδα 78 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 8,03 | 8,24 | 8,29 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | -0,08 | -0,42 | -0,71 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -0,34** (-0,64, -0,05) | -0,63* (-0,93, -0,33) | |
| N | 89 | 105 | 94 |
| Δόση βασικής ινσουλίνης (IU/ημέρα) την εβδομάδα 78 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 49,61 | 47,25 | 49,37 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη1 | 4,14 | -2,07 | -0,28 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(97,5% CI) | -6,21** (-11,81, -0,61) | -4,42 (-10,18, 1,34) |
α Ανάλυση υποομάδας για σύνολο πλήρους ανάλυσης (FAS) για ασθενείς σε πρόσθετο υπόβαθρο μετφορμίνης - Ασθενείς που ολοκλήρωσαν, χρησιμοποιώντας μεταφορά τελευταίας παρατήρησης (LOCF) πριν από τη θεραπεία γλυκαιμικής διάσωσης
1 μέση τιμή προσαρμοσμένη για την τιμή κατά την έναρξη
* τιμή p <0,0001
** τιμή p ≤0,025
Εμπαγλιφλοζίνη και λιναγλιπτίνη ως πρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη
Σε μια διπλά τυφλή δοκιμή σε ασθενείς με ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο, θεραπεία διάρκειας 24 εβδομάδων με αμφότερες τις δόσεις εμπαγλιφλοζίνης συν λιναγλιπτίνη ως πρόσθετη θεραπεία σε αγωγή μετφορμίνης παρείχε στατιστικά σημαντικές (p<0,0001) μειώσεις της HbA1c (μεταβολή από την τιμή κατά την έναρξη -1,08% για εμπαγλιφλοζίνη 10 mg συν λιναγλιπτίνη 5 mg, -1,19% για εμπαγλιφλοζίνη 25 mg συν λιναγλιπτίνη 5 mg, -0,70% για λιναγλιπτίνη 5 mg). Σε σύγκριση με τη λιναγλιπτίνη 5 mg, αμφότερες οι δόσεις εμπαγλιφλοζίνης συν λιναγλιπτίνη 5 mg οδήγησαν σε στατιστικά σημαντικές μειώσεις της FPG και της αρτηριακής πίεσης. Αμφότερες οι δόσεις παρείχαν παρόμοιες στατιστικά σημαντικές μειώσεις του σωματικού βάρους, εκφραζόμενες σε kg και
ποσοστιαία μεταβολή. Μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με HbA1c κατά την έναρξη ≥7,0% που έλαβαν θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη συν λιναγλιπτίνη πέτυχε τον στόχο HbA1c <7% σε σύγκριση με τη λιναγλιπτίνη 5 mg. Οι κλινικά σημαντικές μειώσεις της HbA1c διατηρήθηκαν για 52 εβδομάδες.
Εμπαγλιφλοζίνη δύο φορές ημερησίως έναντι μίας φοράς ημερησίως ως πρόσθετη θεραπεία σε αγωγή μετφορμίνης
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της εμπαγλιφλοζίνης δύο φορές ημερησίως έναντι μίας φοράς ημερησίως (ημερήσια δόση 10 mg και 25 mg) ως πρόσθετη θεραπεία σε ασθενείς με ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο σε μονοθεραπεία μετφορμίνης αξιολογήθηκαν σε μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 16 εβδομάδων. Όλες οι θεραπείες με εμπαγλιφλοζίνη οδήγησαν σε σημαντικές μειώσεις της HbA1c από την τιμή κατά την έναρξη (συνολική μέση τιμή 7,8%) μετά από 16 εβδομάδες θεραπείας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Τα δοσολογικά σχήματα εμπαγλιφλοζίνης δύο φορές ημερησίως σε υπόβαθρο μετφορμίνης οδήγησαν σε συγκρίσιμες μειώσεις της HbA1c έναντι των δοσολογικών σχημάτων μίας φοράς ημερησίως με διαφορά θεραπείας στις μειώσεις της HbA1c από την τιμή κατά την έναρξη έως την εβδομάδα 16 -0,02% (95% CI -0,16, 0,13) για την εμπαγλιφλοζίνη 5 mg δύο φορές ημερησίως έναντι των 10 mg μία φορά ημερησίως και - 0,11% (95% CI -0,26, 0,03) για την εμπαγλιφλοζίνη 12,5 mg δύο φορές ημερησίως έναντι των 25 mg μία φορά ημερησίως.
Καρδιαγγειακή έκβαση
Η διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη EMPA-REG OUTCOME συνέκρινε τις συγκεντρωτικές δόσεις εμπαγλιφλοζίνης 10 mg και 25 mg με το εικονικό φάρμακο ως συμπλήρωμα της καθιερωμένης θεραπευτικής αγωγής σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και τεκμηριωμένη καρδιαγγειακή νόσο. Ένα σύνολο 7.020 ασθενών έλαβε θεραπεία (εμπαγλιφλοζίνη 10 mg: 2.345, εμπαγλιφλοζίνη 25 mg: 2.342, εικονικό φάρμακο: 2.333) και παρακολουθήθηκε για διάμεσο χρόνο 3,1 ετών. Η μέση ηλικία ήταν 63 έτη, η μέση τιμή HbA1c ήταν 8,1% και το 71,5% ήταν άνδρες. Κατά την έναρξη, το 74% των ασθενών λάμβανε θεραπεία με μετφορμίνη, το 48% με ινσουλίνη και το 43% με μια σουλφονυλουρία. Περίπου οι μισοί από τους ασθενείς (52,2%) είχαν eGFR 60-90 ml/min/1,73 m2, το 17,8% 45-60 ml/min/1,73 m2 και το 7,7% 30-45 ml/min/1,73 m2.
Την εβδομάδα 12, παρατηρήθηκε μια προσαρμοσμένη μέση (SE) βελτίωση στην HbA1c σε σύγκριση με την τιμή κατά την έναρξη της τάξης του 0,11% (0,02) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, 0,65% (0,02) και 0,71% (0,02) στις ομάδες εμπαγλιφλοζίνης των 10 και 25 mg. Μετά τις πρώτες 12 εβδομάδες, ο γλυκαιμικός έλεγχος βελτιστοποιήθηκε ανεξάρτητα από τη διερευνητική θεραπεία.
Συνεπώς, η επίδραση εξασθένησε την εβδομάδα 94, με μια προσαρμοσμένη μέση (SE) βελτίωση στην HbA1c της τάξης του 0,08% (0,02) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, 0,50% (0,02) και 0,55%
(0,02) στις ομάδες εμπαγλιφλοζίνης των 10 και 25 mg.
Η εμπαγλιφλοζίνη ήταν ανώτερη στην πρόληψη του κύριου σύνθετου καταληκτικού σημείου καρδιαγγειακού θανάτου, μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η επίδραση της θεραπείας καθορίστηκε από μια σημαντική μείωση του καρδιαγγειακού θανάτου χωρίς σημαντική μεταβολή στο μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου ή στο μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η μείωση του καρδιαγγειακού θανάτου ήταν συγκρίσιμη για την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg και 25 mg (βλ. Εικόνα 1) και επιβεβαιώθηκε από μια βελτιωμένη συνολική επιβίωση (Πίνακας 9). Η επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης στο πρωτεύον σύνθετο καταληκτικό σημείο CV θανάτου, μη θανατηφόρου MI ή μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από τον γλυκαιμικό έλεγχο ή τη νεφρική λειτουργία (eGFR) και γενικά συνεπής σε όλες τις κατηγορίες eGFR έως και eGFR 30 ml/min/1,73 m2 στη μελέτη EMPA-REG OUTCOME.
Η αποτελεσματικότητα στην πρόληψη της καρδιαγγειακής θνησιμότητας δεν έχει τεκμηριωθεί οριστικά σε ασθενείς που χρησιμοποιούν εμπαγλιφλοζίνη ταυτόχρονα με αναστολείς DPP-4 ή σε ασθενείς μαύρου χρώματος καθώς η εκπροσώπηση αυτών των ομάδων στη μελέτη EMPA-REG OUTCOME ήταν περιορισμένη.
Πίνακας 9: Επίδραση της θεραπείας για το πρωτεύον σύνθετο καταληκτικό σημείο, τις συνιστώσες του και τη θνησιμότηταα
| Εικονικό φάρμακο | Εμπαγλιφλοζίνηβ | |
| N | 2.333 | 4.687 |
| Χρόνος έως το πρώτο συμβάν CV θανάτου, μη θανατηφόρου MI, ή μη θανατηφόρουαγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου N (%) | 282 (12,1) | 490 (10,5) |
| Αναλογία κινδύνου έναντι εικονικούφαρμάκου (95,02% CI)* | 0,86 (0,74, 0,99) | |
| τιμή p για ανωτερότητα | 0,0382 | |
| CV Θάνατος N (%) | 137 (5,9) | 172 (3,7) |
| Αναλογία κινδύνου έναντι εικονικού φαρμάκου (95% CI) | 0,62 (0,49, 0,77) | |
| τιμή p | <0,0001 | |
| Μη θανατηφόρο MI N (%) | 121 (5,2) | 213 (4,5) |
| Αναλογία κινδύνου έναντι εικονικού φαρμάκου (95% CI) | 0,87 (0,70, 1,09) | |
| τιμή p | 0,2189 | |
| Μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο N (%) | 60 (2,6) | 150 (3,2) |
| Αναλογία κινδύνου έναντι εικονικούφαρμάκου (95% CI) | 1,24 (0,92, 1,67) | |
| τιμή p | 0,1638 | |
| Θνησιμότητα από όλα τα αίτια N (%) | 194 (8,3) | 269 (5,7) |
| Αναλογία κινδύνου έναντι εικονικού φαρμάκου (95% CI) | 0,68 (0,57, 0,82) | |
| τιμή p | <0,0001 | |
| Μη CV θνησιμότητα N (%) | 57 (2,4) | 97 (2,1) |
| Αναλογία κινδύνου έναντι εικονικού φαρμάκου (95% CI) | 0,84 (0,60, 1,16) |
CV = καρδιαγγειακός, MI = έμφραγμα του μυοκαρδίου
α Σύνολο ασθενών που έλαβαν θεραπεία (TS), π.χ. ασθενείς που είχαν λάβει τουλάχιστον μία δόση του φαρμάκου της μελέτης
β Συγκεντρωτικές δόσεις εμπαγλιφλοζίνης 10 mg και 25 mg
* Καθώς τα δεδομένα της δοκιμής συμπεριλήφθηκαν σε μια ενδιάμεση ανάλυση, εφαρμόστηκε ένα αμφίπλευρο διάστημα εμπιστοσύνης 95,02%, το οποίο αντιστοιχεί σε τιμή p μικρότερη του 0,0498 για σημαντικότητα.
Εικόνα 1 Χρόνος έως το συμβάν καρδιαγγειακού θανάτου στη μελέτη EMPA-REG OUTCOME
Καρδιακή ανεπάρκεια που χρήζει νοσηλείας
Στη μελέτη EMPA-REG OUTCOME, η εμπαγλιφλοζίνη μείωσε τον κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας που χρήζει νοσηλείας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (εμπαγλιφλοζίνη 2,7%, εικονικό φάρμακο 4,1%, HR 0,65, 95% CI 0,50, 0,85).
Νεφροπάθεια
Στη μελέτη EMPA-REG OUTCOME, για τον χρόνο έως το πρώτο συμβάν νεφροπάθειας, η HR ήταν 0,61 (95% CI 0,53, 0,70) για την εμπαγλιφλοζίνη (12,7%) έναντι του εικονικού φαρμάκου (18,8%).
Επιπρόσθετα, η εμπαγλιφλοζίνη έδειξε υψηλότερη (HR 1,82, 95% CI 1,40, 2,37) συχνότητα εμφάνισης εμμένουσας νορμο- ή μικρολευκωματινουρίας (49,7%) σε ασθενείς με μακρολευκωματινουρία κατά την έναρξη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (28,8%).
Μεταγευματική γλυκόζη 2 ωρών
Η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη ως πρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη ή σε μετφορμίνη συν σουλφονυλουρία οδήγησε σε κλινικά σημαντική βελτίωση της μεταγευματικής γλυκόζης 2 ωρών (δοκιμασία ανοχής σε γεύμα) στις 24 εβδομάδες (πρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη, εικονικό φάρμακο: +5,9 mg/dl, εμπαγλιφλοζίνη 10 mg: -46,0 mg/dl, εμπαγλιφλοζίνη 25 mg: -44,6 mg/dl, πρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη συν σουλφονυλουρία, εικονικό φάρμακο: -2,3 mg/dl, εμπαγλιφλοζίνη 10 mg: -35,7 mg/dl, εμπαγλιφλοζίνη 25 mg: -36,6 mg/dl).
Ασθενείς με HbA1c κατά την έναρξη ≥9%
Σε μια προκαθορισμένη ανάλυση ατόμων με HbA1c κατά την έναρξη ≥9,0%, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη 10 mg ή 25 mg ως πρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη οδήγησε σε στατιστικά σημαντικές μειώσεις της HbA1c την Εβδομάδα 24 (προσαρμοσμένη μέση μεταβολή από την έναρξη - 1,49% για την εμπαγλιφλοζίνη 25 mg, -1,40% για την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg και -0,44% για το εικονικό φάρμακο).
Σωματικό βάρος
Σε μια προκαθορισμένη συγκεντρωτική ανάλυση 4 ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη (το 68% όλων των ασθενών ήταν σε υπόβαθρο μετφορμίνης) οδήγησε σε μείωση του σωματικού βάρους σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο την εβδομάδα 24 (-2,04 kg για
την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg, -2,26 kg για την εμπαγλιφλοζίνη 25 mg και -0,24 kg για το εικονικό φάρμακο) που διατηρήθηκε έως και την εβδομάδα 52 (-1,96 kg για την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg, - 2,25 kg για την εμπαγλιφλοζίνη 25 mg και -0,16 kg για το εικονικό φάρμακο).
Αρτηριακή πίεση
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της εμπαγλιφλοζίνης αξιολογήθηκαν σε μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και υψηλή αρτηριακή πίεση υπό διαφορετικές αντιδιαβητικές θεραπείες και έως και 2 αντιυπερτασικές θεραπείες. Η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη μία φορά ημερησίως οδήγησε σε στατιστικά σημαντική βελτίωση της HbA1c και της 24ωρης μέσης συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης, όπως προσδιορίστηκε με την παρακολούθηση της περιπατητικής αρτηριακής πίεσης (Πίνακας 10). Η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη οδήγησε σε μειώσεις της SBP και της DBP σε καθιστή θέση.
Πίνακας 10: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας την εβδομάδα 12 σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και μη ελεγχόμενη αρτηριακή πίεσηα
| Εικονικό φάρμακο | Εμπαγλιφλοζίνη | ||
| 10 mg | 25 mg | ||
| N | 271 | 276 | 276 |
| HbA1c (%) την εβδομάδα 121 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 7,90 | 7,87 | 7,92 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη2 | 0,03 | -0,59 | -0,62 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο1(95% CI)2 | -0,62* (-0,72, -0,52) | -0,65* (-0,75, -0,55) | |
| 24ωρη SBP την εβδομάδα 123 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 131,72 | 131,34 | 131,18 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη4 | 0,48 | -2,95 | -3,68 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο4(95% CI) | -3,44* (-4,78, -2,09) | -4,16* (-5,50, -2,83) | |
| 24ωρη DBP την εβδομάδα 123 | |||
| Έναρξη (μέση τιμή) | 75,16 | 75,13 | 74,64 |
| Μεταβολή από τηνέναρξη5 | 0,32 | -1,04 | -1,40 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο5(95% CI) | -1,36** (-2,15, -0,56) | -1,72* (-2,51, -0,93) | |
α Σύνολο πλήρους ανάλυσης (FAS)
1 LOCF, τιμές μετά από λήψη αντιδιαβητικής θεραπείας διάσωσης λογοκριμένες
2 Μέση τιμή προσαρμοσμένη για την τιμή HbA1c κατά την έναρξη, την τιμή eGFR κατά την έναρξη, τη γεωγραφική περιοχή και τον αριθμό των αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων
3 LOCF, τιμές μετά από λήψη αντιδιαβητικής θεραπείας διάσωσης ή αλλαγή αντιυπερτασικής θεραπείας διάσωσης λογοκριμένες
4 Μέση τιμή προσαρμοσμένη για την τιμή SBP κατά την έναρξη, την τιμή HbA1c κατά την έναρξη, την τιμή eGFR κατά την έναρξη, τη γεωγραφική περιοχή και τον αριθμό των αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων
5 Μέση τιμή προσαρμοσμένη για την τιμή DBP κατά την έναρξη, την τιμή HbA1c κατά την έναρξη, την τιμή eGFR κατά την έναρξη, τη γεωγραφική περιοχή και τον αριθμό των αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων
* τιμή p <0,0001
** τιμή p <0,001
Σε μια προκαθορισμένη συγκεντρωτική ανάλυση 4 ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη (το 68% όλων των ασθενών ήταν σε υπόβαθρο μετφορμίνης) οδήγησε σε μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης (εμπαγλιφλοζίνη 10 mg: -3,9 mmHg, εμπαγλιφλοζίνη
25 mg: -4,3 mmHg) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (-0,5 mmHg) και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης (εμπαγλιφλοζίνη 10 mg: -1,8 mmHg, εμπαγλιφλοζίνη 25 mg: -2,0 mmHg) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (-0,5 mmHg) την εβδομάδα 24 που διατηρήθηκε έως και την εβδομάδα 52.
Μετφορμίνη
Η προοπτική τυχαιοποιημένη (UKPDS) μελέτη έχει τεκμηριώσει το μακροχρόνιο όφελος του εντατικού ελέγχου της γλυκόζης αίματος στον διαβήτη τύπου 2. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων για τους υπέρβαρους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με μετφορμίνη μετά από αποτυχία της αποκλειστικά διατροφικής προσέγγισης κατέδειξε:
-
σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου οποιασδήποτε σχετιζόμενης με τον διαβήτη επιπλοκής στην ομάδα της μετφορμίνης (29,8 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη) έναντι της δίαιτας μόνο (43,3 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη), p=0,0023 και έναντι των συνδυασμένων ομάδων μονοθεραπείας με σουλφονυλουρία και ινσουλίνη (40,1 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη), p=0,0034,
-
σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου οποιασδήποτε σχετιζόμενης με τον διαβήτη θνησιμότητας: μετφορμίνη 7,5 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη, μόνο δίαιτα 12,7 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη, p=0,017,
-
σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου της συνολικής θνησιμότητας: μετφορμίνη 13,5 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη έναντι της δίαιτας μόνο 20,6 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη, (p=0,011) και έναντι των συνδυασμένων ομάδων μονοθεραπείας με σουλφονυλουρία και ινσουλίνη 18,9 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη (p=0,021),
-
σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου εμφράγματος του μυοκαρδίου: μετφορμίνη 11 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη, μόνο δίαιτα 18 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη (p=0,01).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τον συνδυασμό εμπαγλιφλοζίνης/μετφορμίνης σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού από τη γέννηση έως κάτω των 10 ετών στον διαβήτη τύπου 2 (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Η κλινική αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της εμπαγλιφλοζίνης (10 mg με πιθανή αύξηση της δόσης στα 25 mg) και της λιναγλιπτίνης (5 mg) μία φορά ημερησίως μελετήθηκαν σε παιδιά και εφήβους ηλικίας από 10 έως 17 ετών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (DINAMO) για 26 εβδομάδες, με περίοδο επέκτασης της ασφάλειας έως 52 εβδομάδες. Οι θεραπείες υποβάθρου ως συμπλήρωμα της δίαιτας και της σωματικής άσκησης περιλάμβαναν μετφορμίνη (51%), συνδυασμό μετφορμίνης και ινσουλίνης (40,1%), ινσουλίνη (3,2%) ή καμία (5,7%).
Οι προσαρμοσμένες μέσες μεταβολές της HbA1c την εβδομάδα 26 μεταξύ της εμπαγλιφλοζίνης (N=52) και του εικονικού φαρμάκου (N=53) κατά -0,84% ήταν κλινικά σημαντικές και στατιστικά σημαντικές (95% CI -1,50, -0,19, p=0,0116). Επιπρόσθετα, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη έναντι του εικονικού φαρμάκου είχε ως αποτέλεσμα μια κλινικά σημαντική προσαρμοσμένη μέση μεταβολή της FPG κατά -35,2 mg/dl (95% CI -58,6, -11,7) [-1,95 mmol/l (-3,25, -0,65)]. Αυτές ήταν -0,76% (95%
CI -1,45%, -0,08%) για την HbA1c και -38,28 mg/dl (95% CI: -60,47 έως -16,10) για την FPG, στην υποομάδα της μετφορμίνης (N=48 εμπαγλιφλοζίνη, N=47 εικονικό φάρμακο).
Εμπαγλιφλοζίνη/μετφορμίνη
Τα αποτελέσματα των μελετών βιοϊσοδυναμίας σε υγιή άτομα κατέδειξαν ότι τα δισκία συνδυασμού εμπαγλιφλοζίνης/μετφορμίνης (εμπαγλιφλοζίνη/μετφορμίνη υδροχλωρική) 5 mg/850 mg,
5 mg/1.000 mg, 12,5 mg/850 mg και 12,5 mg/1.000 mg είναι βιοϊσοδύναμα με τη συγχορήγηση των αντίστοιχων δόσεων εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης ως μεμονωμένα δισκία.
Η χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης/μετφορμίνης 12,5 mg/1.000 mg υπό συνθήκες σίτισης οδήγησε σε 9% μείωση στην AUC και 28% μείωση στη Cmax για την εμπαγλιφλοζίνη, σε σύγκριση με τις συνθήκες νηστείας. Για τη μετφορμίνη, η AUC μειώθηκε κατά 12% και η Cmax μειώθηκε κατά 26% σε σύγκριση με τις συνθήκες νηστείας. Η παρατηρούμενη επίδραση της τροφής στην εμπαγλιφλοζίνη και τη μετφορμίνη δεν θεωρείται κλινικά σημαντική. Ωστόσο, καθώς η μετφορμίνη συνιστάται να χορηγείται μαζί με τα γεύματα, το Mempoglyn προτείνεται επίσης να χορηγείται μαζί με τροφή.
Οι ακόλουθες δηλώσεις αντικατοπτρίζουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες των μεμονωμένων δραστικών ουσιών του Mempoglyn.
Εμπαγλιφλοζίνη
Απορρόφηση
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της εμπαγλιφλοζίνης έχουν χαρακτηριστεί εκτενώς σε υγιείς εθελοντές και ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Μετά την από στόματος χορήγηση, η εμπαγλιφλοζίνη απορροφήθηκε ταχέως με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να εμφανίζονται σε διάμεσο tmax 1,5 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης. Στη συνέχεια, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα έφθιναν με διφασικό τρόπο με ταχεία φάση κατανομής και σχετικά βραδεία τελική φάση. Η μέση AUC και Cmax στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν 1.870 nmol.h/l και 259 nmol/l με την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg και 4.740 nmol.h/l και 687 nmol/l με την εμπαγλιφλοζίνη 25 mg μία φορά ημερησίως.
Η συστηματική έκθεση στην εμπαγλιφλοζίνη αυξήθηκε αναλογικά με τη δόση. Οι παράμετροι φαρμακοκινητικής της εμπαγλιφλοζίνης μετά από μία μονή δόση και σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν παρόμοιες, υποδηλώνοντας γραμμική φαρμακοκινητική σε σχέση με τον χρόνο. Δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της εμπαγλιφλοζίνης μεταξύ υγιών εθελοντών και ασθενών με διαβήτη τύπου 2.
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της εμπαγλιφλοζίνης 5 mg χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως και της εμπαγλιφλοζίνης 10 mg χορηγούμενη μία φορά ημερησίως συγκρίθηκαν σε υγιή άτομα. Η συνολική έκθεση (AUCss) στην εμπαγλιφλοζίνη για περίοδο 24 ωρών με την εμπαγλιφλοζίνη 5 mg χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως ήταν παρόμοια με την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg χορηγούμενη μία φορά ημερησίως. Όπως αναμενόταν, η εμπαγλιφλοζίνη 5 mg χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως σε σύγκριση με την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg χορηγούμενη μία φορά ημερησίως οδήγησε σε χαμηλότερη Cmax και υψηλότερες τιμές κατώτατων συγκεντρώσεων εμπαγλιφλοζίνης στο πλάσμα (Cmin).
Η χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης 25 mg μετά από τη λήψη γεύματος υψηλό σε λιπαρά και θερμίδες οδήγησε σε ελαφρώς χαμηλότερη έκθεση. Η AUC μειώθηκε κατά περίπου 16% και η Cmax μειώθηκε κατά περίπου 37% σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας. Η παρατηρούμενη επίδραση της τροφής στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της εμπαγλιφλοζίνης δεν θεωρήθηκε κλινικά σημαντική και η εμπαγλιφλοζίνη μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή. Παρόμοια αποτελέσματα λήφθηκαν όταν τα δισκία συνδυασμού Mempoglyn (εμπαγλιφλοζίνη/μετφορμίνη) χορηγήθηκαν μαζί με γεύμα υψηλό σε λιπαρά και θερμίδες.
Κατανομή
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση εκτιμήθηκε ότι είναι 73,8 l με βάση την ανάλυση της φαρμακοκινητικής του πληθυσμού. Μετά τη χορήγηση ενός πόσιμου διαλύματος [14C]-εμπαγλιφλοζίνης σε υγιείς εθελοντές, ο καταμερισμός ερυθροκυττάρων ήταν περίπου 37% και η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν 86%.
Βιομετασχηματισμός
Δεν ανιχνεύτηκαν σημαντικοί μεταβολίτες της εμπαγλιφλοζίνης στο ανθρώπινο πλάσμα, όπως ορίζεται από τουλάχιστον 10% του συνολικού σχετιζόμενου με το φάρμακο υλικού και οι πιο άφθονοι μεταβολίτες ήταν τρία συζευγμένα γλυκουρονίδια (2-, 3- και 6-O γλυκουρονίδιο). In vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι η κύρια οδός μεταβολισμού της εμπαγλιφλοζίνης στον άνθρωπο είναι η
γλυκουρονιδίωση μέσω των 5'-διφωσφογλυκουρονοσυλτρανσφερασών της ουριδίνης UGT2B7, UGT1A3, UGT1A8 και UGT1A9.
Αποβολή
Με βάση την ανάλυση της φαρμακοκινητικής πληθυσμού, η φαινόμενη τελική ημίσεια ζωή αποβολής της εμπαγλιφλοζίνης εκτιμήθηκε ότι είναι 12,4 ώρες και η φαινόμενη κάθαρση μετά την από στόματος χορήγηση ήταν 10,6 l/ώρα. Οι διατομικές και οι υπολειμματικές διακυμάνσεις για την κάθαρση της εμπαγλιφλοζίνης μετά την από στόματος χορήγηση ήταν 39,1% και 35,8%, αντιστοίχως. Με χορήγηση δόσης μία φορά ημερησίως, οι συγκεντρώσεις της εμπαγλιφλοζίνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο πλάσμα επιτεύχθηκαν με την πέμπτη δόση. Σε συμφωνία με την ημίσεια ζωή, παρατηρήθηκε σε σταθεροποιημένη κατάσταση, συσσώρευση έως και 22% σε σχέση με την AUC στο πλάσμα. Μετά τη χορήγηση ενός πόσιμου διαλύματος [14C]-εμπαγλιφλοζίνης σε υγιείς εθελοντές, περίπου το 96% της σχετιζόμενης με το φάρμακο ραδιενέργειας αποβλήθηκε στα κόπρανα (41%) ή τα ούρα (54%). Το μεγαλύτερο μέρος της σχετιζόμενης με το φάρμακο ραδιενέργειας που ανακτήθηκε στα κόπρανα ήταν αμετάβλητο μητρικό φάρμακο και περίπου το ήμισυ της σχετιζόμενης με το φάρμακο ραδιενέργειας που απεκκρίθηκε στα ούρα ήταν αμετάβλητο μητρικό φάρμακο.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 -
<90 ml/min) και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια/νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD), η AUC της εμπαγλιφλοζίνης αυξήθηκε κατά περίπου 18%, 20%, 66% και 48% αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Τα μέγιστα επίπεδα της εμπαγλιφλοζίνης στο πλάσμα ήταν παρόμοια σε άτομα με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία και νεφρική ανεπάρκεια/ESRD σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Τα μέγιστα επίπεδα της εμπαγλιφλοζίνης στο πλάσμα ήταν περίπου 20% υψηλότερα σε άτομα με ήπια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η ανάλυση της φαρμακοκινητικής πληθυσμού κατέδειξε ότι η φαινόμενη κάθαρση της εμπαγλιφλοζίνης μετά την από στόματος χορήγηση μειώθηκε με τη μείωση της κάθαρσης της κρεατινίνης, οδηγώντας σε αύξηση της έκθεσης στο φάρμακο.
Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
Σε άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας σύμφωνα με την ταξινόμηση κατά Child-Pugh, η AUC της εμπαγλιφλοζίνης αυξήθηκε κατά περίπου 23%, 47% και 75% και η Cmax κατά περίπου 4%, 23% και 48% αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.
Δείκτης Μάζας Σώματος
Ο δείκτης μάζας σώματος δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της εμπαγλιφλοζίνης με βάση την ανάλυση της φαρμακοκινητικής πληθυσμού. Σε αυτή την ανάλυση, η AUC εκτιμήθηκε ότι είναι 5,82%, 10,4%, και 17,3% χαμηλότερη σε άτομα με ΔΜΣ 30, 35 και
45 kg/m2, αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με δείκτη μάζας σώματος 25 kg/m2.
Φύλο
Το φύλο δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της εμπαγλιφλοζίνης με βάση την ανάλυση της φαρμακοκινητικής πληθυσμού.
Φυλή
Στην ανάλυση της φαρμακοκινητικής πληθυσμού, η AUC εκτιμήθηκε ότι είναι 13,5% υψηλότερη σε Ασιάτες με δείκτη μάζας σώματος 25 kg/m2 σε σύγκριση με μη Ασιάτες με δείκτη μάζας σώματος 25 kg/m2.
Ηλικιωμένοι
Η ηλικία δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της εμπαγλιφλοζίνης με βάση την ανάλυση της φαρμακοκινητικής πληθυσμού.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μια παιδιατρική μελέτη Φάσης 1 εξέτασε τις φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές παραμέτρους της εμπαγλιφλοζίνης (5 mg, 10 mg και 25 mg) σε παιδιά και εφήβους ηλικίας ≥10 έως
<18 ετών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Οι παρατηρούμενες φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές αποκρίσεις ήταν συμβατές με εκείνες που διαπιστώθηκαν σε ενήλικα άτομα. Μια παιδιατρική μελέτη Φάσης 3 εξέτασε τις φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές παραμέτρους (μεταβολή της HbA1c από την τιμή κατά την έναρξη) της εμπαγλιφλοζίνης 10 mg με πιθανή αύξηση της δόσης στα 25 mg σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 10 έως 17 ετών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η παρατηρούμενη σχέση έκθεσης-απόκρισης ήταν συνολικά συγκρίσιμη σε ενήλικες και σε παιδιά και εφήβους. Η από στόματος χορήγηση της εμπαγλιφλοζίνης οδήγησε σε έκθεση εντός του εύρους που παρατηρήθηκε σε ενήλικους ασθενείς.
Οι παρατηρούμενες γεωμετρικές μέσες κατώτατες συγκεντρώσεις και οι γεωμετρικές μέσες συγκεντρώσεις στις 1,5 ώρες μετά τη χορήγηση σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν 26,6 nmol/l και 308 nmol/l με την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg μία φορά ημερησίως και 67,0 nmol/l και 525 nmol/l με την εμπαγλιφλοζίνη 25 mg μία φορά ημερησίως.
Μετφορμίνη
Απορρόφηση
Μετά από μια από στόματος δόση μετφορμίνης, ο tmax επιτυγχάνεται σε 2,5 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ενός δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης των 500 mg ή 850 mg είναι περίπου 50-60% σε υγιή άτομα. Μετά από μια από στόματος δόση, το μη απορροφηθέν κλάσμα που ανακτήθηκε στα κόπρανα ήταν 20-30%. Μετά την από στόματος χορήγηση, η απορρόφηση της μετφορμίνης είναι κορέσιμη και ατελής. Θεωρείται ότι η φαρμακοκινητική της απορρόφησης της μετφορμίνης είναι μη γραμμική. Στις συνιστώμενες δόσεις και δοσολογικά σχήματα της μετφορμίνης, οι συγκεντρώσεις σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 24 έως 48 ωρών και είναι σε γενικές γραμμές μικρότερες από 1 μικρογραμμάριο/ml. Σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, τα μέγιστα επίπεδα της μετφορμίνης στο πλάσμα (Cmax) δεν υπερέβησαν τα 5 μικρογραμμάρια/ml, ακόμα και στις μέγιστες δόσεις.
Η τροφή μειώνει την έκταση της απορρόφησης της μετφορμίνης και την καθυστερεί ελαφρώς. Μετά από χορήγηση δόσης 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης, παρατηρήθηκε μια κατά 40% χαμηλότερη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα, μια κατά 25% μείωση της AUC και μια 35 λεπτών παράταση του χρόνου έως την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα. Η κλινική σημασία αυτών των μειώσεων δεν είναι γνωστή.
Κατανομή
Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι αμελητέα. Η μετφορμίνη κατανέμεται στα ερυθροκύτταρα. Η μέγιστη τιμή στο αίμα είναι χαμηλότερη από τη μέγιστη τιμή στο πλάσμα και εμφανίζεται περίπου την ίδια χρονική στιγμή. Τα ερυθροκύτταρα αντιπροσωπεύουν πιθανότατα ένα δευτερεύον διαμέρισμα κατανομής. Ο μέσος όγκος κατανομής (Vd) κυμαίνεται μεταξύ 63 - 276 l.
Βιομετασχηματισμός
Η μετφορμίνη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα. Κανένας μεταβολίτης δεν έχει ταυτοποιηθεί στον άνθρωπο.
Αποβολή
Η νεφρική κάθαρση της μετφορμίνης είναι >400 ml/min, γεγονός που υποδεικνύει ότι η μετφορμίνη αποβάλλεται μέσω σπειραματικής διήθησης και σωληναριακής έκκρισης. Μετά από μια από στόματος δόση, η φαινόμενη τελική ημίσεια ζωή της αποβολής είναι περίπου 6,5 ώρες.
Νεφρική δυσλειτουργία
Όταν η νεφρική λειτουργία είναι μειωμένη, η νεφρική κάθαρση μειώνεται κατ’ αναλογία με εκείνη της κρεατινίνης και, ως εκ τούτου, η ημίσεια ζωή της αποβολής παρατείνεται, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα μετφορμίνης στο πλάσμα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτη μονών δόσεων: μετά από μονές δόσεις υδροχλωρικής μετφορμίνης 500 mg, οι παιδιατρικοί ασθενείς παρουσίασαν ένα παρόμοιο προφίλ φαρμακοκινητικής με εκείνο που παρατηρείται σε υγιείς ενήλικες.
Μελέτη πολλαπλών δόσεων: Μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις των 500 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες σε παιδιατρικούς ασθενείς, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) και η συστηματική έκθεση (AUC0-t) ήταν περίπου 33% και 40% χαμηλότερες, αντίστοιχα, σε σύγκριση με διαβητικούς ενήλικες που έλαβαν επαναλαμβανόμενες δόσεις των 500 mg δύο φορές ημερησίως για 14 ημέρες. Καθώς η δόση τιτλοποιείται εξατομικευμένα με βάση τον γλυκαιμικό έλεγχο, αυτό έχει περιορισμένη κλινική σημασία.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - MEMPOGLYN 000
Πυρήνας δισκίου Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη
Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη χαμηλής υποκατάστασης Μαγνήσιο στεατικό
Επικάλυψη λεπτού υμενίου Πολυβινυλαλκοόλη
Ασβέστιο ανθρακικό Πολυαιθυλενογλυκόλη Τάλκης
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172) – μόνο για τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 5 mg/850 mg και
5 mg/1.000 mg
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172) – μόνο για τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 12,5 mg/850 mg
και 12,5 mg/1.000 mg
Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172) – μόνο για τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 12,5 mg/850 mg και
12,5 mg/1.000 mg
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
Κυψέλη (PVC/PVDC/PVC Λευκό//Alu με σύμβολα ήλιου/φεγγαριού): 10, 14, 28, 30, 56, 60, 90, 100,
120, 196 και πολυσυσκευασία που περιέχει 180 (3 συσκευασίες των 60) και 180 (2 συσκευασίες των 90) επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, σε κουτί.
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.