TALINAC P.SV.INJ.F 400MG/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - TALINAC 400MG/VIAL
To TALINAC ενδείκνυται σε ενήλικες και παιδιά από τη γέννηση για την παρεντερική θεραπεία των παρακάτω λοιμώξεων (βλέπε παράγραφο 4.2, 4.4 και 5.1):
-
επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων,
-
λοιμώξεις των οστών και αρθρώσεων,
-
νοσοκομειακή πνευμονία,
-
πνευμονία της κοινότητας,
-
επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος,
-
λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα,
-
περιτονίτιδα συσχετιζόμενη με συνεχή φορητή περιτοναϊκή κάθαρση,
-
μικροβιαιμία συσχετιζόμενη με οποιαδήποτε από τις παραπάνω ενδείξεις.
Το TALINAC επίσης ενδείκνυται ως εναλλακτική από του στόματος θεραπεία για διάρροια οφειλόμενη σε Clostridium difficile και κολίτιδα. Όπου κρίνεται κατάλληλο, η τεϊκοπλανίνη μπορεί να χορηγηθεί σε συνδυασμό με άλλους αντιμικροβιακούς παράγοντες.
Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες για την ορθή χρήση των αντιβιοτικών.
Δοσολογία
Η δόση και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να ρυθμίζονται σύμφωνα με το είδος και τη βαρύτητα της υποκείμενης λοίμωξης, την κλινική ανταπόκριση του ασθενούς καθώς και παράγοντες του ασθενούς όπως η ηλικία και η νεφρική λειτουργία.
Μέτρηση των συγκεντρώσεων του πλάσματος
Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις τεϊκοπλανίνης στο πλάσμα θα πρέπει να παρακολουθούνται σε σταθερή κατάσταση έπειτα από την ολοκλήρωση του σχήματος της δόσης εφόδου, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι έχει επιτευχθεί η ελάχιστη συγκέντρωση στο πλάσμα:
-
Για τις περισσότερες Gram-θετικές λοιμώξεις, τα ελάχιστα θεραπευτικά επίπεδα τεϊκοπλανίνης είναι τουλάχιστον 10 mg/L όταν μετρούνται με High Performance Liquid Chromatography (HPLC) ή τουλάχιστον 15 mg/L όταν μετρούνται με τη μέθοδο Fluorescence Polarization Immunoassay (FPIA).
-
Για την ενδοκαρδίτιδα και άλλες σοβαρές λοιμώξεις, τα ελάχιστα θεραπευτικά επίπεδα τεϊκοπλανίνης είναι 15-30 mg/L όταν μετρούνται με HPLC ή 30-40 mg/L όταν μετρούνται με τη μέθοδο FPIA.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης, η μέτρηση των ελάχιστων συγκεντρώσεων πλάσματος της τεϊκοπλανίνης θα πρέπει να γίνεται τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για να διασφαλιστεί ότι αυτές οι συγκεντρώσεις είναι σταθερές.
Ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία
Ενδείξεις Δόση εφόδου Δόση συντήρησης Σχήμα δόσης εφόδου Στοχευόμενες ελάχιστες συγκεντρώσεις την 3ημε 5η ημέρα Δόση συντήρησης Στοχευόμενες ελάχιστες συγκεντρώσεις στη συντήρηση - Επιπεπλεγμέ- νες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων 6 mg/kg βάρους σώματος κάθε 12 ώρες για 3 ενδοφλέβιες ή ενδομυϊκέςχορηγήσεις >15 mg/L1 6 mg/kg βάρους σώματος ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά μία φοράτην ημέρα >15 mg/L1 μία φορά την εβδομάδα - Πνευμονία - Επιπεπλεγμέ- νες λοιμώξεις του ουροποιη- τικού συστή-ματος - Λοιμώξεις 12 mg/kg >20 mg/L1 12 mg/kg >20 mg/L1 των οστών και βάρους βάρους αρθρώσεων σώματος κάθε σώματος 12 ώρες για 3 ενδοφλέβια έως 5 ενδοφλέ- ή ενδομυϊκά βιες χορηγή- μία φορά σεις την ημέρα - Λοιμώδης 12 mg/kg 30-40 mg/L1 12 mg/kg >30 mg/L1 ενδοκαρδίτιδα βάρους βάρους σώματος κάθε σώματος 12 ώρες για 3 ενδοφλέβια έως 5 ενδοφλέ- ή ενδομυϊκά βιες χορηγή- μία φορά σεις την ημέρα 1 Μέτρηση με FPIA
Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται με το βάρος σώματος όποιο και αν είναι το βάρος του ασθενούς.
Διάρκεια της θεραπείας
Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να καθορίζεται από την κλινική ανταπόκριση. Σε περιπτώσεις λοιμώδους ενδοκαρδίτιδας αγωγή για τουλάχιστον 21 ημέρες θεωρείται συνήθως κατάλληλη. Η θεραπεία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τους 4 μήνες.
Θεραπεία συνδυασμού
Η τεϊκοπλανίνη έχει περιορισμένο φάσμα αντιμικροβιακής δράσης (Gram-θετική). Δεν είναι κατάλληλη για χρήση ως μονοθεραπεία σε ορισμένες λοιμώξεις εκτός εάν ο παθογόνος οργανισμός είναι ήδη τεκμηριωμένος και είναι γνωστή η ευαισθησία του στην τεϊκοπλανίνη ή υπάρχει ισχυρή υποψία ότι το/τα πιο πιθανά παθογόνα θα ήταν κατάλληλα για θεραπεία με τεϊκοπλανίνη.
Διάρροια από αντιβιοτικά οφειλόμενη σε Clostridium difficile και κολίτιδα
Η συνιστώμενη δόση είναι 100-200 mg, από του στόματος, 2 φορές την ημέρα για 7 έως 14 ημέρες.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, εκτός της περίπτωσης νεφρικής δυσλειτουργίας (βλέπε παρακάτω).
Ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας
Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας μέχρι την τέταρτη ημέρα θεραπείας, οπότε η δοσολογία πρέπει να ρυθμιστεί έτσι ώστε να διατηρείται ελάχιστη συγκέντρωση στο πλάσμα τουλάχιστον 10 mg/L όταν μετράται με HPLC ή τουλάχιστον 15 mg/L όταν μετράται με τη μέθοδο FPIA.
Μετά την τέταρτη ημέρα θεραπείας:
-
Σε ήπια και μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 30-80 ml/min): η δόση συντήρησης πρέπει να μειώνεται στο ήμισυ είτε με τη χορήγηση της δόσης κάθε 2 ημέρες ή με τη χορήγηση του ημίσεως αυτής της δόσης μία φορά την ημέρα.
-
Σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 mL/min) και σε ασθενείς σε αιμοκάθαρση: η δόση πρέπει να μειώνεται στο ένα τρίτο της συνηθισμένης, είτε με τη χορήγηση της αρχικής μονάδας δόσης κάθε τρίτη ημέρα ή με τη χορήγηση του ενός τρίτου αυτής της δόσης μία φορά την ημέρα.
Η τεϊκοπλανίνη δεν απομακρύνεται με την αιμοκάθαρση.
Ασθενείς με συνεχή φορητή περιτοναϊκή κάθαρση
Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση εφόδου των 6 mg/kg βάρους σώματος, χορηγούνται 20 mg/L στο σάκο με το διάλυμα της κάθαρσης την πρώτη εβδομάδα και έπειτα 20 mg/L σε διαφορετικούς σάκους τη δεύτερη εβδομάδα και έπειτα 20 mg/L στο σάκο με το διάλυμα της νυκτός την τρίτη εβδομάδα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι συνιστώμενες δοσολογίες είναι οι ίδιες για ενήλικες και παιδιά άνω των 12 ετών.
Νεογέννητα και βρέφη έως 2 μηνών:
Δόση εφόδου
Μία εφάπαξ δόση 16 mg/kg βάρους σώματος, με ενδοφλέβια έγχυση την πρώτη ημέρα.
Δόση συντήρησης
Μία εφάπαξ δόση 8 mg/kg βάρους σώματος, με ενδοφλέβια έγχυση μία φορά την ημέρα.
Παιδιά (2 μηνών έως 12 ετών):
Δόση εφόδου
Μία εφάπαξ δόση 10 mg/kg βάρους σώματος χορηγούμενη ενδοφλέβια ανά 12 ώρες, που επαναλαμβάνεται μέχρι 3 φορές.
Δόση συντήρησης
Μία εφάπαξ δόση 6-10 mg/kg βάρους σώματος, χορηγούμενη ενδοφλέβια μία φορά την ημέρα. Τρόπος χορήγησης
Η τεϊκοπλανίνη μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά. Ενδοφλέβια μπορεί να χορηγηθεί είτε με γρήγορη ένεση (bolus) σε 3-5 λεπτά ή με έγχυση σε 30 λεπτά.
Στα νεογέννητα χορηγείται μόνο με ενδοφλέβια έγχυση.
Για διάρροια οφειλόμενη σε Clostridium difficile και κολίτιδα, πρέπει να χρησιμοποιείται η από του στόματος χορήγηση.
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
Υπερευαισθησία στην τεϊκοπλανίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Έχουν αναφερθεί σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή, ορισμένες φορές θανατηφόρες, αντιδράσεις υπερευαισθησίας με την τεϊκοπλανίνη (π.χ. αναφυλακτικό σοκ). Σε περίπτωση αλλεργικής αντίδρασης στην τεϊκοπλανίνη, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ληφθούν τα απαραίτητα επείγοντα μέτρα.
Η τεϊκοπλανίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στη βανκομυκίνη, καθώς μπορεί να εμφανιστεί διασταυρούμενη υπερευαισθησία, συμπεριλαμβανομένου του θανατηφόρου αναφυλακτικού σοκ.
Εν τούτοις, προηγούμενο ιστορικό αντίδρασης τύπου ‘red man syndrome’ κατά τη χορήγηση βανκομυκίνης δεν αποτελεί αντένδειξη για τη χρήση τεϊκοπλανίνης.
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση
Σε σπάνιες περιπτώσεις (ακόμα και από την πρώτη δόση), έχει παρατηρηθεί αντίδραση τύπου ‘red man syndrome’ (ένα σύνολο συμπτωμάτων που περιλαμβάνει κνησμό, κνίδωση, ερύθημα, αγγειονευρωτικό οίδημα, ταχυκαρδία, υπόταση, δύσπνοια).
Διακοπή ή επιβράδυνση της έγχυσης μπορεί να εξαλείψει αυτές τις αντιδράσεις. Οι αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση μπορούν να περιοριστούν αν η ημερήσια δόση δοθεί με έγχυση σε 30 λεπτά αντί για γρήγορη ένεση (bolus).
Σοβαρές πομφολυγώδεις αντιδράσεις
Έχουν αναφερθεί απειλητικές για τη ζωή ακόμα και θανατηφόρες δερματικές αντιδράσεις συνδρόμου Stevens-Johnson (ΣSJ) και Τοξικής Επιδερμικής Νεκρόλυσης (ΤΕΝ) με τη χρήση της τεϊκοπλανίνης. Σε περίπτωση που εμφανιστούν συμπτώματα ή σημεία ΣSJ ή ΤΕΝ (π.χ. προοδευτικό εξάνθημα του δέρματος συχνά με φλύκταινες ή βλάβες του βλεννογόνου) η θεραπεία με τεϊκοπλανίνη πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Φάσμα αντιμικροβιακής δράσης
Η τεϊκοπλανίνη έχει περιορισμένο φάσμα αντιμικροβιακής δράσης (Gram-θετική). Δεν είναι κατάλληλη για χρήση ως μονοθεραπεία σε ορισμένες λοιμώξεις εκτός εάν το παθογόνο είναι ήδη τεκμηριωμένο και είναι γνωστή η ευαισθησία του στην τεϊκοπλανίνη ή υπάρχει ισχυρή υποψία ότι το/τα πιο πιθανά παθογόνα θα ήταν κατάλληλα για θεραπεία με τεϊκοπλανίνη.
Η ορθή χρήση της τεϊκοπλανίνης πρέπει να βασίζεται στο φάσμα της αντιμικροβιακής δράσης, το προφίλ ασφάλειας και την καταλληλότητα της τυπικής αντιβακτηριακής θεραπείας για κάθε ασθενή. Σε αυτή τη βάση αναμένεται ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η τεϊκοπλανίνη θα χρησιμοποιηθεί στην αντιμετώπιση σοβαρών λοιμώξεων σε ασθενείς για τους οποίους η τυπική αντιβακτηριακή θεραπεία κρίνεται ακατάλληλη.
Σχήμα δόσης εφόδου
Λόγω του ότι τα δεδομένα ασφάλειας είναι περιορισμένα, οι ασθενείς στους οποίους χορηγείται τεϊκοπλανίνη σε δόση 12mg/kg βάρους σώματος 2 φορές την ημέρα θα πρέπει να παρακολουθούνται
προσεκτικά για ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Στο συγκεκριμένο σχήμα, θα πρέπει να ελέγχονται τα επίπεδα κρεατινίνης επιπλέον των συνιστώμενων περιοδικών αιματολογικών εξετάσεων.
Η τεϊκοπλανίνη δεν πρέπει να χορηγείται ενδοκοιλιακά. Θρομβοπενία
Έχει αναφερθεί θρομβοπενία με την τεϊκοπλανίνη. Συνιστώνται περιοδικές αιματολογικές εξετάσεις
κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συμπεριλαμβανομένου του ολικού αριθμού αιματοκυττάρων.
Νεφροτοξικότητα
Έχει αναφερθεί νεφρική ανεπάρκεια σε ασθενείς που χορηγήθηκε θεραπεία με τεϊκοπλανίνη (βλέπε παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, και/ή εκείνοι που λαμβάνουν τεϊκοπλανίνη με ταυτόχρονη ή επακόλουθη χρήση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων με γνωστές νεφροτοξικές ιδιότητες (αμινογλυκοσίδες, κολιστίνη, αμφοτερικίνη Β, κυκλοσπορίνη και σισπλατίνη) θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να ελέγχονται για την ακουστική τους λειτουργία.
Λόγω του ότι η τεϊκοπλανίνη αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς, η δοσολογία της τεϊκοπλανίνης πρέπει να ρυθμίζεται σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2).
Ωτοτοξικότητα
Όπως και με άλλα γλυκοπεπτίδια, έχει αναφερθεί ωτοτοξικότητα (κώφωση και εμβοές) σε ασθενείς που έλαβαν τεϊκοπλανίνη (βλέπε παράγραφο 4.8). Συνιστάται προσεκτικός έλεγχος και παρακολούθηση των ασθενών που εμφανίζουν σημεία και συμπτώματα μειωμένης ακουστικής λειτουργίας ή διαταραχές του έσω ωτός κατά τη διάρκεια θεραπείας με τεϊκοπλανίνη, ειδικά σε περίπτωση παρατεταμένης αγωγής και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Ασθενείς που λαμβάνουν τεϊκοπλανίνη με ταυτόχρονη ή επακόλουθη χρήση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων με γνωστές νευροτοξικές/ωτοτοξικές ιδιότητες (αμινογλυκοσίδες, κυκλοσπορίνη, σισπλατίνη, φουροσεμίδη και εθακρυνικό οξύ) θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά με αξιολόγηση του οφέλους της τεϊκοπλανίνης σε περίπτωση επιδείνωσης της ακουστικής λειτουργίας.
Πρέπει να λαμβάνονται ιδιαίτερες προφυλάξεις όταν χορηγείται τεϊκοπλανίνη σε ασθενείς στους οποίους απαιτείται ταυτόχρονη θεραπεία με ωτοτοξικά και/ή νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα για τους οποίους συνιστάται τακτικός έλεγχος του αιματολογικού τύπου καθώς και της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας.
Επιλοίμωξη
Όπως και με άλλα αντιβιοτικά, η χρήση της τεϊκοπλανίνης, ιδιαίτερα η παρατεταμένη, μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη ανθεκτικών μικροοργανισμών. Εάν συμβεί επιλοίμωξη κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων.
Τα διαλύματα τεϊκοπλανίνης και αμινογλυκοσιδών είναι ασύμβατα και δεν πρέπει να αναμιγνύονται για ένεση. Ωστόσο, είναι συμβατά σε διαλύματα αιμοκάθαρσης και μπορούν ελεύθερα να χρησιμοποιηθούν στη θεραπεία περιτονίτιδας συσχετιζόμενης με συνεχή φορητή περιτοναϊκή κάθαρση.
Η τεϊκοπλανίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ταυτόχρονη ή επακόλουθη χορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα με γνωστές νεφροτοξικές ή ωτοτοξικές ιδιότητες. Αυτά περιλαμβάνουν τις αμινογλυκοσίδες, την κολιστίνη, την αμφοτερικίνη Β, την κυκλοσπορίνη, τη σισπλατίνη, τη φουροσεμίδη και το εθακρυνικό οξύ (βλέπε παράγραφο 4.4). Ωστόσο, δεν υπάρχουν αποδείξεις για συνεργική τοξικότητα στους συνδυασμούς με τεϊκοπλανίνη.
Σε κλινικές μελέτες, η τεϊκοπλανίνη χορηγήθηκε σε πολλούς ασθενείς που ελάμβαναν ήδη διάφορα φαρμακευτικά προϊόντα όπως άλλα αντιβιοτικά, αντιυπερτασικά, αναισθητικά, καρδιολογικά και αντιδιαβητικά φάρμακα χωρίς να εμφανιστούν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Εγκυμοσύνη
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της τεϊκοπλανίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα σε υψηλές δόσεις (βλέπε παράγραφο 5.3). Στους αρουραίους υπήρξε αυξημένη συχνότητα γέννησης νεκρών εμβρύων και νεογνικής θνησιμότητας. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
Ως εκ τούτου, η τεϊκοπλανίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης κτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ενδεχόμενος κίνδυνος βλάβης του έσω ωτός και των νεφρών στο έμβρυο (βλέπε παράγραφο 4.4).
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η τεϊκοπλανίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα στον άνθρωπο. Δεν υπάρχει πληροφόρηση σχετικά με την έκκριση της τεϊκοπλανίνης στο γάλα στα ζώα.. Η απόφαση αν θα συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή θα συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με τεϊκοπλανίνη πρέπει να ληφθεί λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με τεϊκοπλανίνη για τη μητέρα.
Γονιμότητα
Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν έδειξαν διαταραχή στη γονιμότητα.
ν
To TALINAC έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Η τεϊκοπλανίνη μπορεί να προκαλέσει ζάλη και κεφαλαλγία. Η ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων μπορεί να επηρεαστεί. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες δεν πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.
Λίστα ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα
Στον παρακάτω πίνακα καταγράφονται όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες, με συχνότητα εμφάνισης μεγαλύτερη από το placebo και σε περισσότερους από έναν ασθενή, χρησιμοποιώντας την παρακάτω συνθήκη:
Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥
1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Σε κάθε κατηγορία συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες πρέπει να παρακολουθούνται όταν η τεϊκοπλανίνη χορηγείται σε δόσεις 12 mg/kg βάρους σώματος 2 φορές την ημέρα (βλέπε παράγραφο 4.4).
| Κατηγορία οργάνου συστήματος | Πολύ συχνές (≥1/10) | Συχνές (≥1/100 έως<1/10) | Όχι συχνές (≥1/1.000 έως<1/100) | Σπάνιες (≥1/10.000έως<1/1.000) | Πολύ σπάνιες (<1/10.000) | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμαδεδομένα) |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Απόστημα | Επιλοίμωξη (υπερανάπτυξηανθεκτικών μικροοργανισμών) | ||||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού | Λευκοπενία, θρομβοπενία, | Ακοκκιοκυτταραιμία, ουδετεροπενία |
| και του λεμφικού συστήματος | ηωσινοφιλία | |||||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτική αντίδραση (αναφυλαξία) (βλέπε παράγραφο 4.4) | Αντίδραση στο φάρμακο με συμπτώματα ηωσινοφιλίας και συστημικού συνδρόμου (DRESS),αναφυλακτικό σοκ(βλέπε παράγραφο 4.4) | ||||
| Διαταραχές του νευρικούσυστήματος | Ζάλη, κεφαλαλγία | Σπασμοί | ||||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Κώφωση, απώλεια ακοής (βλέπε παράγραφο 4.4), εμβοές, αιθουσαίαδιαταραχή | |||||
| Αγγειακές διαταραχές | Φλεβίτιδα | Θρομβοφλεβίτιδα | ||||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και τουμεσοθωράκιου | Βρογχόσπασμος | |||||
| Διαταραχές τουγαστρεντερικού συστήματος | Διάρροια,έμετος, ναυτία | |||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα, ερύθημα, κνησμός | Σύνδρομο ‘Red man’ (π.χ. έξαψη στο πάνω μέρος του σώματος) (βλέπε παράγρα- φο 4.4) | Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens- Johnson, πολύμορφο ερύθημα, αγγειοοίδημα, αποφολιδωτική δερματίτιδα, κνίδωση (βλ.παράγραφο 4.4) | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Αυξημένη κρεατινίνη ορού | Νεφρική ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανο- μένης της οξείαςνεφρικής ανεπάρκειας) | ||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πόνος, πυρεξία | Απόστημα στο σημείο της ένεσης, φρίκια (ρίγη) | ||||
| Εργαστηριακές εξετάσεις | Αυξημένες τρανσαμινάσες(παροδική |
| διαταραχή τρανσαμινασών), αυξημένες τιμές αλκαλικής φωσφατάσης (παροδική διαταραχή αλκαλικής φωσφατάσης), αύξηση κρεατινίνης ορού (παροδική αύξηση κρεατινίνηςορού) |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21
06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Συμπτώματα
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις κατά λάθος χορήγησης υπερβολικών δόσεων σε παιδιατρικούς ασθενείς. Σε μία περίπτωση αναφέρθηκε ανησυχία σε ένα νεογέννητο 29 ημερών που του χορηγήθηκε ενδοφλέβια δόση 400 mg (95 mg/kg).
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας από τεϊκοπλανίνη πρέπει να είναι συμπτωματική. Η τεϊκοπλανίνη δεν απομακρύνεται με την αιμοκάθαρση και μόνο αργά με περιτοναιοδιύλιση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - TALINAC 400MG/VIAL
. Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Γλυκοπεπτίδιο, Αντιβακτηριακά, Κωδικός ATC: J01XA02
Μηχανισμός δράσης
Η τεϊκοπλανίνη αναστέλλει την ανάπτυξη των ευαίσθητων μικροοργανισμών παρεμβαίνοντας στη βιοσύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος σε διαφορετικό σημείο από τις βήτα-λακτάμες. Η σύνθεση της πεπτιδογλυκάνης αναστέλλεται με ειδική σύνδεση με τα D-alanyl-D-alanine υπολείμματα.
Μηχανισμός αντοχής
Η αντοχή στην τεϊκοπλανίνη μπορεί να βασιστεί στους ακόλουθους μηχανισμούς:
-
Τροποποιημένη δομή στόχου: αυτή η μορφή αντοχής έχει εμφανιστεί ιδιαίτερα στον Enterococcus faecium. Η τροποποίηση αυτή βασίζεται στην ανταλλαγή του τερματικού D- alanine-D-alanine στην αλυσίδα του αμινοξέων με D-Ala-D-lactate σε έναν πρόδρομο μουρεΐνης, μειώνοντας έτσι τη συγγένεια στη βανκομυκίνη. Τα υπεύθυνα ένζυμα είναι μια νέα συντεθειμένη D-lactate dehydrogenase ή ligase.
-
Η μειωμένη ευαισθησία ή αντοχή των σταφυλόκοκκων στην τεϊκοπλανίνη βασίζεται στην
αυξημένη παραγωγή προδρόμων μουρεΐνης στους οποίους δεσμεύεται η τεϊκοπλανίνη.
Μπορεί να συμβεί διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ της τεϊκοπλανίνης και της γλυκοπρωτεΐνης βανκομυκίνης. Υπάρχουν αρκετοί εντερόκοκκοι ανθεκτικοί στη βανκομυκίνη, οι οποίοι είναι ευαίσθητοι στην τεϊκοπλανίνη (Van-B φαινότυπος).
Έλεγχος οριακών σημείων ευαισθησίας
Οι ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις (MICs) σύμφωνα με την European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST), έκδοση7.1, 10 Μαρτίου, 2017 εμφανίζονται στον παρακάτω πίνακα:
Μικροοργανισμός Ευαίσθητος Ανθεκτικός Staphylococcus aureus a,b ≤2 mg/L >2 mg/L Πηκτάση-αρνητικοί σταφυλόκοκκοι a,b ≤4 mg/L >4 mg/L Είδη Enterococcus ≤2 mg/L >2 mg/L Oμάδες Streptococcus A, B, C, G b ≤2 mg/L >2 mg/L Streptococcus pneumoniae b ≤2 mg/L >2 mg/L Πρασινίζοντες στρεπτόκοκκοι b ≤2 mg/L >2 mg/L Gram-θετικά αναερόβια εκτός από Clostridium difficile IE IE ΦΚ/ΦΔ (Μη σχετιζόμενα με είδη) οριακά σημεία c IE IE α Οι γλυκοπεπτιδικές MICs εξαρτώνται από τη μέθοδο που χρησιμοποιείται και πρέπει να καθορίζονται με μικροαραίωση ζωμού (reference ISO 20776). S. aureus με τιμές MIC βανκομυκίνης 2 mg/L είναι στο όριο της κατανομής MIC του άγριου τύπου και ενδέχεται να εμφανιστεί μειωμένη κλινική ανταπόκριση. Το όριο ανθεκτικότητας για τον S. aureus έχει μειωθεί σε 2 mg/L για να αποφευχθούν αναφορές ενδιάμεσων στελεχών GISA από τη στιγμή που σοβαρές λοιμώξεις με στελέχη GISA δεν είναι θεραπεύσιμες με υψηλές δόσεις βανκομυκίνης ή τεϊκοπλανίνης.
b Μη-ευαίσθητα στελέχη είναι σπάνια ή δεν έχουν ακόμη αναφερθεί. Η ταυτοποίηση και το αποτέλεσμα της αντιμικροβιακής δοκιμής ευαισθησίας σε κάθε ένα τέτοιο στέλεχος πρέπει να επιβεβαιώνεται και το στέλεχος πρέπει να αποστέλλεται σε ένα εργαστήριο αναφοράς. c IE δηλώνει πως υπάρχουν ανεπαρκή στοιχεία ότι ο μικροοργανισμός ή η ομάδα αποτελεί καλό στόχο για θεραπεία με το φάρμακο. Μπορεί να αναφερθεί MIC με σχόλιο αλλά χωρίς να συνοδεύεται από κατηγοριοποίηση E, IE ή A.
Φαρμακοκινητική/Φαρμακοδυναμική σχέση
Η αντιμικροβιακή δράση της τεϊκοπλανίνης βασίζεται κυρίως στο χρονικό διάστημα στο οποίο τα επίπεδα του φαρμάκου είναι υψηλότερα από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) του παθογόνου.
Ευαισθησία
Ο επιπολασμός της αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και τα τοπικά δεδομένα αντοχής είναι επιθυμητά, ιδιαίτερα κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Είναι απαραίτητη η συμβουλή εμπειρογνωμόνων όταν ο τοπικός επιπολασμός της αντοχής είναι τέτοιος ώστε η χρήση του φαρμάκου να είναι αμφίβολη τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων.
Συνήθως ευαίσθητα είδη Gram-θετικά αερόβια βακτήρια Corynebacterium jeikeiumaEnterococcus faecalis
Staphylococcus aureus (συμπεριλαμβανομένων των ανθεκτικών στη μεθικιλλίνη στελεχών)
Streptococcus agalactiae
Streptococcus dysgalactiae subsp. equisimilisa
(Στρεπτόκοκκοι ομάδας C & G) Streptococcus pneumoniae Streptococcus pyogenes Πρασινίζοντες στρεπτόκοκκοιabGram-θετικά αναερόβια βακτήρια Clostridium difficileaPeptostreptococcus spp.a
Είδη για τα οποία η επίκτητη ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα
Gram-θετικά αερόβια βακτήρια Enterococcus faecium Staphylococcus epidermidis Staphylococcus haemolyticus Staphylococcus hominis
Βακτήρια με εγγενή ανθεκτικότητα Όλα τα Gram-αρνητικά βακτήρια Άλλα βακτήρια
Chlamydia spp. Chlamydophila spp. Legionella pneumophila Mycoplasma spp.
-
Δεν υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα κατά τη δημοσιοποίηση των πινάκων. Η κύρια βιβλιογραφία, οι τυπικοί όγκοι και οι θεραπευτικές συστάσεις συμπεραίνουν ευαισθησία
-
Συνολικός όρος για μια ετερογενή ομάδα των ειδών του στρεπτόκοκκου. Ο ρυθμός αντοχής μπορεί να διαφέρει για κάθε είδος στρεπτόκοκκου
-
Απορρόφηση
Η τεϊκοπλανίνη χορηγείται παρεντερικά (ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά). Η βιοδιαθεσιμότητα της τεϊκοπλανίνης έπειτα από ενδομυϊκή χορήγηση (συγκριτικά με την ενδοφλέβια χορήγηση) είναι σχεδόν πλήρης (90%). Έπειτα από έξι ημερήσιες ενδομυϊκές δόσεις των 200 mg η μέση (SD) μέγιστη συγκέντρωση τεϊκοπλανίνης (Cmax) είναι 12,1 (0,9) mg/L και παρατηρείται 2 ώρες μετά τη χορήγηση.
Έπειτα από ενδοφλέβια δόση εφόδου 6mg/kg κάθε 12 ώρες για 3 έως 5 χορηγήσεις, οι τιμές Cmax ποικίλλουν από 60 έως 70 mg/L και οι τιμές Ctrough είναι συνήθως πάνω από 10 mg/L. Έπειτα από ενδοφλέβια δόση εφόδου 12 mg/kg κάθε 12 ώρες για 3 χορηγήσεις, οι μέσες τιμές Cmax και Ctrough υπολογίζονται περίπου 100 mg/L και 20 mg/L, αντίστοιχα.
Έπειτα από χορήγηση εφάπαξ ημερήσιας δόσης συντήρησης 6 mg/kg οι τιμές Cmax και Ctrough είναι περίπου 70 mg/L και 15 mg/L, αντίστοιχα. Έπειτα από χορήγηση εφάπαξ ημερήσιας δόσης συντήρησης 12 mg/kg οι τιμές Ctrough κυμαίνονται από 18 ως 30 mg/L.
Μετά τη χορήγηση από το στόμα, η τεϊκοπλανίνη δεν απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα. Κατά τη χορήγηση από το στόμα 250 ή 500 mg εφάπαξ δόσης σε υγιείς εθελοντές, η τεϊκοπλανίνη δεν ανιχνεύεται στον ορό ή στα ούρα, παρά μόνο στα κόπρανα (περίπου 45% της χορηγούμενης δόσης) σε αμετάβλητη μορφή.
Κατανομή
Η σύνδεση με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες ορού ποικίλλει από 87,6 έως 90,8% χωρίς διακύμανση στις συγκεντρώσεις τεϊκοπλανίνης. Η τεϊκοπλανίνη συνδέεται κυρίως με την ανθρώπινη λευκωματίνη. Η τεϊκοπλανίνη δεν κατανέμεται στα ερυθροκύτταρα.
Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση (Vss) ποικίλλει από 0,7 έως 1,4 L/kg. Οι υψηλότερες τιμές Vss παρατηρήθηκαν σε πρόσφατες μελέτες όταν η περίοδος δειγματοληψίας ήταν πάνω από 8 ημέρες.
Η τεϊκοπλανίνη κατανέμεται κυρίως στους ιστούς των πνευμόνων, του μυοκαρδίου και των οστών με αναλογίες ιστού/ορού μεγαλύτερες από 1. Στο υγρό των φυσαλίδων, στο αρθρικό υγρό και στο περιτοναϊκό υγρό οι αναλογίες ιστού/ορού κυμαίνονταν από 0,5 έως 1. Η αποβολή της τεϊκοπλανίνης από το περιτοναϊκό υγρό λαμβάνει χώρα με τον ίδιο ρυθμό όπως από τον ορό. Στο πλευριτικό υγρό και στον υποδόριο ιστό οι αναλογίες ιστού/ορού κυμαίνονται μεταξύ 0,2 και 0,5. Η τεϊκοπλανίνη δεν διεισδύει εύκολα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Βιομετασχηματισμός
Η αμετάβλητη μορφή της τεϊκοπλανίνης είναι η κύρια ουσία που ανιχνεύεται στον ορό και στα ούρα, γεγονός που υποδηλώνει ελάχιστο μεταβολισμό. Οι δύο μεταβολίτες που δημιουργούνται πιθανόν από υδροξυλίωση αντιπροσωπεύουν το 2 με 3% της χορηγούμενης δόσης.
Αποβολή
Η αμετάβλητη μορφή της τεϊκοπλανίνης κυρίως αποβάλλεται από την ουροποιητική οδό (80% μέσα σε 16 ημέρες) ενώ 2,7% της χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται από τα κόπρανα (μέσω της έκκρισης της χολής) μέσα σε 8 ημέρες μετά τη χορήγηση.
Ο χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης της τεϊκοπλανίνης ποικίλλει από 100 έως 170 ώρες στις πιο πρόσφατες μελέτες όπου η αιματολογική δειγματοληπτική περίοδος είναι περίπου 8 με 35 ημέρες. Η τεϊκοπλανίνη έχει μικρή ολική κάθαρση από 10 έως 14 mL/h/kg και νεφρική κάθαρση από 8 έως 12 mL/h/kg που υποδηλώνει ότι η τεϊκοπλανίνη αποβάλλεται κυρίως με νεφρικούς μηχανισμούς.
Γραμμικότητα
Η τεϊκοπλανίνη παρουσιάζει γραμμική φαρμακοκινητική για δόσεις από 2 έως 25 mg/kg.
Ειδικοί πληθυσμοί
-
Μειωμένη νεφρική λειτουργία:
Καθώς η τεϊκοπλανίνη αποβάλλεται μέσω της νεφρικής οδού, η αποβολή μειώνεται ανάλογα με το βαθμό της νεφρικής ανεπάρκειας. Η ολική και νεφρική κάθαρση της τεϊκοπλανίνης εξαρτάται από την κάθαρση της κρεατινίνης.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς:
Στους ηλικιωμένους, η φαρμακοκινητική της τεϊκοπλανίνης δεν μεταβάλλεται εκτός από την περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Παρατηρείται υψηλότερη ολική κάθαρση (15,8 mL/h/kg για τα νεογέννητα, 14,8 mL/h/kg για μέσο όρο ηλικίας 8 ετών) και μικρότερος χρόνος ημιζωής απομάκρυνσης (40 ώρες για νεογέννητα, 58 ώρες για 8 ετών) σε σχέση με τους ενήλικες ασθενείς.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - TALINAC 400MG/VIAL
Χλωριούχο νάτριο, υδροξείδιο του νατρίου (για τη ρύθμιση του pH) Διαλύτης: ύδωρ για ενέσιμα
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23mg) ανά φιαλίδιο και είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
Η τεϊκοπλανίνη και η αμινογλυκοσίδη είναι ασύμβατες όταν αναμειγνύονται κατευθείαν και δεν πρέπει να αναμειγνύονται πριν την ένεση.
Αν η τεϊκοπλανίνη χορηγείται ως θεραπεία συνδυασμού με άλλα αντιβιοτικά, το διάλυμα πρέπει να χορηγείται ξεχωριστά.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στο λήμμα 6.6.
36 μήνες.
Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση του ανασυσταμένου, σύμφωνα με τις οδηγίες, διαλύματος έχει αποδειχθεί για 24 ώρες στους 2-8°C.
Από μικροβιολογικής άποψης, το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Αν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, ο χρόνος φύλαξης κατά τη χρήση και οι συνθήκες πριν τη χρήση είναι ευθύνη του χρήστη και δεν θα πρέπει φυσιολογικά να ξεπερνούν τις 24 ώρες στους 2-8°C, εκτός εάν η ανασύσταση έχει γίνει σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.
Το ανασυσταθέν διάλυμα μπορεί να διατηρηθεί για 24 ώρες στους 2-8 oC.
Άχρωμο, γυάλινο φιαλίδιο τύπου I, με λαστιχένιο πώμα τύπου Ι και σφραγισμένο κυάθιο αλουμινίου με πλαστικό “flip-off ” κάλυμμα.
Συνοδεύεται από πλαστική ή γυάλινη φύσιγγα των 3 ml διαλύτη (Ύδωρ για ενέσιμα).
και άλλος χειρισμός
Το φαρμακευτικό προϊόν αυτό είναι για εφάπαξ χρήση μόνο.
Παρασκευή του ανασυσταμένου διαλύματος:
-
Ενέστε αργά όλο το περιεχόμενο του διαλύτη που παρέχεται στο φιαλίδιο της κόνεως.
-
Κυλήστε απαλά το φιαλίδιο ανάμεσα στα χέρια μέχρι να διαλυθεί τελείως η κόνις. Αν δημιουργηθεί αφρός στο διάλυμα, θα πρέπει να αφεθεί σε ηρεμία για περίπου 15 λεπτά. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο διαυγή και υποκίτρινα διαλύματα.
Τα ανασυσταμένα διαλύματα θα περιέχουν 200 mg τεϊκοπλανίνης σε 3,0 mL και 400 mg σε 3,0 mL.
| Ονομαστικό περιεχόμενο του φιαλιδίου σε τεϊκοπλανίνη | 200 mg | 400 mg |
| Όγκος του φιαλιδίου της κόνεως | 10 mL | 22 mL |
| Εξαγόμενος όγκος από τη φύσιγγα του διαλύτη για την ανασύσταση | 3,14 mL | 3,14 mL |
| Όγκος που περιέχει την ονομαστική δόση τεϊκοπλανίνης (που εξάγεται με σύριγγα 5 mL με βελόνα 23 G) | 3,0 mL | 3,0 mL |
Το ανασυσταμένο διάλυμα μπορεί να ενεθεί απευθείας ή εναλλακτικά περαιτέρω αραιωμένο ή να χορηγηθεί από του στόματος.
Ενδοφλέβια χορήγηση:
Μετά την παρασκευή του έτοιμου προς χρήση διαλύματος, το TALINAC ενίεται ενδοφλέβια γρήγορα (bolus) και / ή μετά την τοποθέτηση του σωλήνα έγχυσης στο εγγύς άκρο του σωλήνα μέσα σε 3-5 λεπτά.
Σε περίπτωση ταχείας έγχυσης, το ανασυσταθέν διάλυμα διαλύεται περαιτέρω σε 20-50 ml ισοτονικού διαλύματος χλωριούχου νατρίου ή σε διάλυμα γαλακτικού νατρίου και εγχύεται σε 30 λεπτά περίπου.
Τα ακόλουθα διαλύματα έγχυσης είναι κατάλληλα να αναμιχθούν με TALINAC:
-
Ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9%
-
Διάλυμα Ringer
-
Γαλακτικό διάλυμα Ringer
-
5% διάλυμα γλυκόζης
-
Διαλύματα με 0,18% χλωριούχο νάτριο και 4% γλυκόζη
Διαλύματα του TALINAC για έγχυση με ισοτονικό διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9%, διάλυμα Ringer, γαλακτικό διάλυμα Ringer, 5% διάλυμα γλυκόζης ή διαλύματα με 0,18% χλωριούχο νάτριο και 4% γλυκόζη, πρέπει να χρησιμοποιούνται όσον το δυνατόν γρηγορότερα. Διαφορετικά, μπορούν να διατηρηθούν για 24 ώρες στους 2-8oC.
Ενδομυϊκή χορήγηση:
Μετά την παρασκευή του έτοιμου προς χρήση διαλύματος , το TALINAC μπορεί επίσης να ενεθεί ενδομυϊκά.
ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ DEMO ΑΒΕΕ
21ο χλμ Εθν. Οδ. Αθηνών – Λαμίας 145 68 Κρυονέρι, Αθήνα
Τηλ: 210 8161802, Fax: 210 8161587
ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Talinac 200mg/VIAL: 28-04-2014
Talinac 400mg/VIAL: 28-04-2014