Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - JAKULYA 20MG/TAB
Μυελοΐνωση (MF)
Το Jakulya ενδείκνυται για τη θεραπεία σχετικής με τη νόσο σπληνομεγαλίας ή συμπτωμάτων σε ενήλικες ασθενείς με πρωτοπαθή μυελοΐνωση (επίσης γνωστή ως χρόνια ιδιοπαθής μυελοΐνωση), μυελοΐνωση μετά από αληθή πολυκυτταραιμία ή μυελοΐνωση μετά από ιδιοπαθή θρομβοκυττάρωση.
Aληθής πολυκυτταραιμία (PV)
Το Jakulya ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με αληθή πολυκυτταραιμία που παρουσιάζουν αντοχή ή δυσανεξία στην υδροξυουρία.
Νόσος μοσχεύματος έναντι ξενιστή (GvHD)
Οξεία GvHD
Το Jakulya ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων και παιδιατρικών ασθενών ηλικίας 28 ημερών και άνω με οξεία νόσο μοσχεύματος έναντι ξενιστή, οι οποίοι έχουν ανεπαρκή ανταπόκριση στα κορτικοστεροειδή ή άλλες συστημικές θεραπείες (βλ. παράγραφο 5.1).
Χρόνια GvHD
Το Jakulya ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων και παιδιατρικών ασθενών ηλικίας 6 μηνών και άνω με χρόνια νόσο μοσχεύματος έναντι ξενιστή, οι οποίοι έχουν ανεπαρκή ανταπόκριση στα κορτικοστεροειδή ή άλλες συστημικές θεραπείες (βλ. παράγραφο 5.1).
Η έναρξη της θεραπείας με Jakulya θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο από ιατρό με εμπειρία στη χορήγηση αντικαρκινικών φαρμακευτικών προϊόντων.
Πριν την έναρξη της θεραπείας με Jakulya θα πρέπει να πραγματοποιείται πλήρες αιμοδιάγραμμα που θα περιλαμβάνει τον συνολικό αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων με καθορισμό τύπου.
Πλήρης αιματολογική εξέταση, περιλαμβανομένου του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων με καθορισμό τύπου, θα πρέπει να παρακολουθείται κάθε 2 έως 4 εβδομάδες μέχρι να σταθεροποιηθούν οι δόσεις του Jakulya και, εν συνεχεία, όπως ενδείκνυται κλινικά (βλ. παράγραφο 4.4).
Δοσολογία
Δόση έναρξης Μυελοΐνωση (MF)
Η συνιστώμενη δόση έναρξης του Jakulya στη μυελοΐνωση (MF) βασίζεται στον αριθμό αιμοπεταλίων (βλ. Πίνακα 1):
Πίνακας 1 Δόση έναρξης στη μυελοΐνωση
| Αριθμός αιμοπεταλίων | Δόση έναρξης |
| Μεγαλύτερος από 200.000/mm3 | 20 mg δύο φορές ημερησίως |
| 100.000 έως 200.000/mm3 | 15 mg δύο φορές ημερησίως |
| 75.000 έως μικρότερος από 100.000/mm3 | 10 mg δύο φορές ημερησίως |
| 50.000 έως μικρότερος από 75.0000/mm3 | 5 mg δύο φορές ημερησίως |
Aληθής πολυκυτταραιμία (PV)
Η συνιστώμενη δόση έναρξης Jakulya στην PV είναι 10 mg δύο φορές ημερησίως.
Νόσος μοσχεύματος έναντι ξενιστή (GvHD)
Η συνιστώμενη δόση έναρξης Jakulya στην οξεία και χρόνια GvHD βασίζεται στην ηλικία (βλ. Πίνακες 2 και 3):
Πίνακας 2 Δόσεις έναρξης στην οξεία νόσο μοσχεύματος έναντι ξενιστή
| Ηλικιακή ομάδα | Δόση έναρξης |
| 12 ετών και άνω | 10 mg δύο φορές ημερησίως |
| 6 ετών έως κάτω των 12 ετών | 5 mg δύο φορές ημερησίως |
| 28 ημερών έως κάτω των 6 ετών | 8 mg/m2 δύο φορές ημερησίως |
Πίνακας 3 Δόσεις έναρξης στη χρόνια νόσο μοσχεύματος έναντι ξενιστή
| Ηλικιακή ομάδα | Δόση έναρξης |
| 12 ετών και άνω | 10 mg δύο φορές ημερησίως |
| 6 ετών έως κάτω των 12 ετών | 5 mg δύο φορές ημερησίως |
| 6 μηνών έως κάτω των 6 ετών | 8 mg/m2 δύο φορές ημερησίως |
Αυτές οι δόσεις έναρξης στη GvHD μπορούν να χορηγηθούν χρησιμοποιώντας είτε το δισκίο για ασθενείς οι οποίοι μπορούν να καταπιούν τα δισκία ολόκληρα ή ένα πόσιμο διάλυμα που μπορεί να είναι διαθέσιμο από άλλον κάτοχο άδειας κυκλοφορίας.
Το Jakulya μπορεί να προστεθεί στα κορτικοστεροειδή και/ή στους αναστολείς της καλσινευρίνης (CNIs).
Τροποποιήσεις δόσης
Οι δόσεις μπορούν να τιτλοποιηθούν σύμφωνα με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια.
Μυελοΐνωση και αληθής πολυκυτταραιμία
Στην περίπτωση που η αποτελεσματικότητα θεωρείται ανεπαρκής και τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων είναι επαρκή, τότε οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 5 mg δύο φορές ημερησίως, έως τη μέγιστη δόση των 25 mg δύο φορές ημερησίως.
Η δόση έναρξης δεν θα πρέπει να αυξάνεται εντός των πρώτων τεσσάρων εβδομάδων της θεραπείας και, εν συνεχεία, σε διαστήματα όχι μικρότερα των 2 εβδομάδων.
Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται για αριθμό αιμοπεταλίων κάτω από 50.000/mm3 ή για απόλυτο αριθμό ουδετερόφιλων μικρότερο από 500/mm3. Στην PV, η θεραπεία θα πρέπει, επίσης, να διακόπτεται όταν η αιμοσφαιρίνη είναι κάτω από 8 g/dl. Μετά την επαναφορά των αποτελεσμάτων των αιματολογικών εξετάσεων πάνω από τα επίπεδα αυτά, η δοσολογία μπορεί να ξεκινήσει πάλι στα 5 mg δύο φορές ημερησίως και να αυξηθεί βαθμιαία με βάση προσεκτική παρακολούθηση πλήρους αιματολογικής εξέτασης, περιλαμβανομένου του συνολικού αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων με καθορισμό τύπου.
Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο ελάττωσης της δόσης στην περίπτωση που ο αριθμός αιμοπεταλίων μειωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως παρουσιάζεται στον Πίνακα 4, με στόχο την αποφυγή διακοπών της δόσης εξαιτίας θρομβοπενίας.
Πίνακας 4 Δοσολογική σύσταση για MF ασθενείς με θρομβοπενία
| Δόση κατά τη μείωση των αιμοπεταλίων | |||||
| 25 mg δύο φορέςημερησίως | 20 mg δύο φορέςημερησίως | 15 mg δύο φορέςημερησίως | 10 mg δύο φορέςημερησίως | 5 mgδύο φορές ημερησίως | |
| Αριθμός αιμοπεταλίων | Νέα δόση | ||||
| 100.000 έως <125.000/mm3 | 20 mg δύο φορέςημερησίως | 15 mg δύο φορέςημερησίως | Καμία αλλαγή | Καμία αλλαγή | Καμία αλλαγή |
| 75.000 έως <100.000/mm3 | 10 mg δύο φορέςημερησίως | 10 mg δύο φορέςημερησίως | 10 mg δύο φορέςημερησίως | Καμία αλλαγή | Καμία αλλαγή |
| 50.000 έως <75.000/mm3 | 5 mgδύο φορές ημερησίως | 5 mgδύο φορές ημερησίως | 5 mgδύο φορές ημερησίως | 5 mgδύο φορές ημερησίως | Καμία αλλαγή |
| Μικρότερος από 50.000/mm3 | Διακοπή | Διακοπή | Διακοπή | Διακοπή | Διακοπή |
Στην PV, το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης θα πρέπει, επίσης, να εξετάζεται εάν η αιμοσφαιρίνη μειωθεί κάτω από τα 12 g/dl και συνιστάται εάν η αιμοσφαιρίνη μειωθεί κάτω από τα 10 g/dl.
Νόσος μοσχεύματος έναντι ξενιστή
Μειώσεις στη δόση και προσωρινές διακοπές της θεραπείας μπορεί να κριθούν αναγκαίες σε ασθενείς με GvHD με θρομβοπενία, ουδετεροπενία ή αυξημένη ολική χολερυθρίνη μετά από συνήθη υποστηρικτική θεραπεία, περιλαμβανομένων των αυξητικών παραγόντων, αντιλοιμώδων θεραπειών και μεταγγίσεων.
Συνιστάται μια μείωση επιπέδου μιας δόσης (10 mg δύο φορές ημερησίως σε 5 mg δύο φορές ημερησίως ή 5 mg δύο φορές ημερησίως σε 5 mg μια φορά ημερησίως). Στους ασθενείς που δεν μπορούν να ανεχθούν το Jakulya 5 mg μια φορά ημερησίως, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται. Λεπτομερείς δοσολογικές συστάσεις παρουσιάζονται στον Πίνακα 5.
Πίνακας 5 Δοσολογικές συστάσεις κατά τη θεραπεία με ρουξολιτινίμπη για GvHD ασθενείς με θρομβοπενία, ουδετεροπενία ή αυξημένη ολική χολερυθρίνη
| Εργαστηριακή παράμετρος | Δοσολογική σύσταση |
| Αριθμός αιμοπεταλίων<20.000/mm3 | Μειώστε το Jakulya κατά ένα επίπεδο δόσης. Εάν ο αριθμός τωναιμοπεταλίων ≥20.000/mm3 μέσα σε επτά ημέρες, η δόση μπορεί να αυξηθεί στη δόση έναρξης, διαφορετικά διατηρήστε τη μειωμένη δόση. |
| Αριθμός αιμοπεταλίων<15.000/mm3 | Διακόψτε το Jakulya μέχρι ο αριθμός αιμοπεταλίων ≥20.000/mm3, ακολούθως συνεχίστε με χαμηλότερη δόση ενός επιπέδου. |
| Απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC)≥500/mm3 μέχρι <750/mm3 | Μειώστε το Jakulya κατά ένα επίπεδο δόσης.Επαναφορά στο αρχικό επίπεδο δόσης εάν ANC >1.000/mm3. |
| Απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων <500/mm3 | Διακόψτε το Jakulya μέχρι ANC >500/mm3, ακολούθως συνεχίστε με χαμηλότερη δόση ενός επιπέδου. Εάν ANC >1.000/mm3, μπορεί να γίνει επαναφορά στο αρχικό επίπεδο δόσης. |
| Αύξηση ολικής χολερυθρίνης που δεν προκλήθηκε από τη GvHD (χωρίς GvHD ήπατος) | >3,0 έως 5,0 x ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN): Συνεχίστε το Jakulyaσε μια χαμηλότερη δόση ενός επιπέδου μέχρι ≤3,0 x ULN. |
| >5,0 έως 10,0 x ULN: Διακόψτε το Jakulya έως και 14 ημέρες μέχρι η ολική χολερυθρίνη ≤3,0 x ULN. Εάν η ολική χολερυθρίνη ≤3,0 x ULN,μπορεί να γίνει επαναφορά στην τρέχουσα δόση. Εάν όχι ≤3,0 x ULN μετά από 14 ημέρες, συνεχίστε με μειωμένη δόση ενός επιπέδου. | |
| >10,0 x ULN: Διακόψτε το Jakulya μέχρι η ολική χολερυθρίνη≤3,0 x ULN, μετά συνεχίστε με χαμηλότερη δόση ενός επιπέδου. |
| Αύξηση ολικής χολερυθρίνης που προκλήθηκε από τη GvHD (GvHD ήπατος) | >3,0 x ULN: Συνεχίστε το Jakulya σε μια χαμηλότερη δόση ενός επιπέδου μέχρι η ολική χολερυθρίνη ≤3,0 x ULN. |
Προσαρμογή δόσης με συγχορηγούμενους ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 ή διπλούς αναστολείς του
CYP2C9/3Α4
Όταν η ρουξολιτινίμπη χορηγείται με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 ή διπλούς αναστολείς των ενζύμων CYP2C9 και CYP3A4 (π.χ. φλουκοναζόλη), η μονάδα δόσης της ρουξολιτινίμπης θα πρέπει να μειωθεί κατά περίπου 50% και να χορηγείται δύο φορές ημερησίως (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5). Η ταυτόχρονη χρήση ρουξολιτινίμπης με δόσεις φλουκοναζόλης μεγαλύτερες των 200 mg την ημέρα θα πρέπει να αποφεύγεται.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται ιδιαίτερη προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 30 ml/min), η συνιστώμενη δόση έναρξης σύμφωνα με τον αριθμό αιμοπεταλίων για ασθενείς με MF, PV και GvHD θα πρέπει να μειωθεί περίπου κατά 50% και να χορηγείται δύο φορές ημερησίως. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ρουξολιτινίμπη, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά όσον αφορά στην ασφάλεια και στην αποτελεσματικότητα (βλ. παράγραφο 4.4).
Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για τον προσδιορισμό των βέλτιστων δοσολογικών επιλογών για ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD) που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση. Φαρμακοκινητικές/ φαρμακοδυναμικές προσομοιώσεις με βάση τα δεδομένα που διατίθενται σε αυτόν τον πληθυσμό υποδεικνύουν ότι η δόση έναρξης για τους ασθενείς με MF και ESRD που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση είναι μια εφάπαξ δόση των 15 έως 20 mg ή δύο δόσεις των 10 mg χορηγούμενες με διάστημα 12 ωρών μεταξύ τους, μετά την ολοκλήρωση της αιμοδιύλισης και μόνο την ημέρα της αιμοδιύλισης. Για τους ασθενείς με MF και αριθμό αιμοπεταλίων μεταξύ 100.000/mm3 και 200.000/mm3, η συνιστώμενη δοσολογία είναι μια εφάπαξ δόση των 15 mg. Μια εφάπαξ δόση των 20 mg ή δύο δόσεις των 10 mg χορηγούμενες με διάστημα 12 ωρών μεταξύ τους συνιστάται για τους ασθενείς με MF και αριθμό αιμοπεταλίων
>200.000/mm3. Οι επόμενες δόσεις (εφάπαξ δόση ή δύο δόσεις των 10 mg χορηγούμενες με
διάστημα 12 ωρών μεταξύ τους) θα πρέπει να χορηγούνται μόνο κατά τις ημέρες τις αιμοδιύλισης, μετά από κάθε συνεδρία αιμοδιύλισης.
Η συνιστώμενη δόση έναρξης για ασθενείς με PV και ESRD που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση είναι εφάπαξ δόση των 10 mg ή δύο δόσεις των 5 mg χορηγούμενες με διαφορά 12 ωρών μεταξύ τους, μετά την ολοκλήρωση της αιμοδιύλισης και μόνο την ημέρα της αιμοδιύλισης. Οι δοσολογικές συστάσεις αυτές βασίζονται σε προσομοιώσεις και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις της δόσης σε ESRD θα πρέπει να ακολουθούνται από προσεκτική παρακολούθηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας στον κάθε ασθενή. Δεν διατίθενται δεδομένα για τη δοσολογία ασθενών υπό περιτοναϊκή διύλιση ή συνεχή φλεβοφλεβική αιμοδιήθηση (βλ. παράγραφο 5.2).
Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με GvHD και ESRD.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με MF με οποιαδήποτε ηπατική δυσλειτουργία, η συνιστώμενη δόση έναρξης με βάση τον αριθμό αιμοπεταλίων θα πρέπει να μειωθεί περίπου κατά 50% και να χορηγείται δύο φορές ημερησίως. Οι επόμενες δόσεις θα πρέπει να προσαρμόζονται βάσει προσεκτικής παρακολούθησης της ασφάλειας και αποτελεσματικότητας. Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 5 mg δύο φορές ημερησίως σε ασθενείς με PV. Η δόση ρουξολιτινίμπης μπορεί να τιτλοποιηθεί για να μειωθεί ο κίνδυνος κυτταροπενίας (βλ. παράγραφο 4.4).
Σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία που δεν σχετίζεται με GvHD, η δόση έναρξης ρουξολιτινίμπης θα πρέπει να μειωθεί κατά 50% (βλ. παράγραφο 5.2).
Σε ασθενείς με GvHD σχετική με ήπαρ και μια αύξηση της ολικής χολερυθρίνης >3 x ULN, οι αιματολογικές εξετάσεις θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνότερα για τοξικότητα και συνιστάται η μείωση της δόσης κατά ένα επίπεδο.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥65 ετών)
Δεν συνιστάται επιπλέον αναπροσαρμογή της δόσης για τους ηλικιωμένους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Jakulya σε παιδιά και έφηβους ηλικίας έως 18 ετών με MF και PV δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα (βλ. παράγραφο 5.1).
Διακοπή της θεραπείας
Η θεραπεία της MF και PV πρέπει να συνεχίζεται για όσο διάστημα η σχέση οφέλους-κινδύνου παραμένει θετική. Παρόλα αυτά, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί μετά τους 6 μήνες εφόσον δεν υπάρχει μείωση του μεγέθους του σπλήνα ή βελτίωση των συμπτωμάτων από την έναρξη της θεραπείας.
Συνιστάται, όπως για ασθενείς οι οποίοι έχουν επιδείξει κάποιον βαθμό κλινικής βελτίωσης, η θεραπεία με ρουξολιτινίμπη να διακόπτεται εάν διατηρούν μια αύξηση στο μήκος του σπλήνα κατά 40% σε σχέση με το αρχικό μέγεθος (περίπου ισοδύναμο σε 25% αύξηση του όγκου του σπλήνα) και δεν παρουσιάζουν πλέον ορατή βελτίωση των συμπτωμάτων σχετικών με τη νόσο.
Στη GvHD, η βαθμιαία μείωση του Jakulya μπορεί να εξεταστεί σε ασθενείς με ανταπόκριση και μετά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών. Συνιστάται μια μείωση 50% της δόσης του Jakulya κάθε δύο μήνες. Εάν επανεμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα της GvHD κατά της διάρκεια ή μετά τη βαθμιαία μείωση του Jakulya, θα πρέπει να εξεταστεί η εκ νέου κλιμάκωση της δόσης.
Τρόπος χορήγησης
Το Jakulya λαμβάνεται από στόματος, με ή χωρίς τροφή.
Εάν παραληφθεί μια δόση, ο ασθενής δεν πρέπει να λάβει πρόσθετη δόση, αλλά να λάβει την επόμενη συνήθη συνταγογραφημένη δόση.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 Κύηση και γαλουχία
Μυελοκαταστολή
Η θεραπεία με ρουξολιτινίμπη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες, περιλαμβανομένων της θρομβοπενίας, της αναιμίας και της ουδετεροπενίας. Πριν την έναρξη της θεραπείας με ρουξολιτινίμπη θα πρέπει να πραγματοποιείται πλήρης αιματολογική εξέταση, περιλαμβανομένου του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων με καθορισμό τύπου. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται για αριθμό αιμοπεταλίων κάτω των 50.000/mm3 ή για απόλυτο αριθμό ουδετερόφιλων μικρότερο από 500/mm3 στους ασθενείς με MF (βλ. παράγραφο 4.2).
Έχει παρατηρηθεί ότι οι ασθενείς με MF που έχουν χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων (<200.000/mm3) κατά την έναρξη της θεραπείας έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν θρομβοπενία κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Η θρομβοπενία είναι γενικά αναστρέψιμη και αντιμετωπίζεται συνήθως με μείωση της δόσης ή προσωρινή διακοπή της ρουξολιτινίμπης (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8). Ωστόσο, σύμφωνα με τις κλινικές υποδείξεις μπορεί να χρειαστούν μεταγγίσεις αιμοπεταλίων.
Οι ασθενείς που εμφανίζουν αναιμία μπορεί να χρειαστούν μεταγγίσεις αίματος. Μπορεί, επίσης, να εξετασθούν τροποποίησεις ή διακοπή της δόσης για τους ασθενείς που εμφανίζουν αναιμία.
Ασθενείς με επίπεδα αιμοσφαιρίνης κάτω των 10,0 g/dl κατά την έναρξη της θεραπείας έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να παρουσιάσουν επίπεδα αιμοσφαιρίνης κάτω των 8,0 g/dl κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε σχέση με ασθενείς με υψηλότερα αρχικά επίπεδα αιμοσφαιρίνης (79,3% έναντι 30,1%). Για ασθενείς με αρχικά επίπεδα αιμοσφαιρίνης κάτω των 10,0 g/dl, συνιστάται συχνότερη παρακολούθηση των αιματολογικών παραμέτρων και των κλινικών σημείων και συμπτωμάτων των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τη ρουξολιτινίμπη.
Η ουδετεροπενία (απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων <500) ήταν γενικώς αναστρέψιμη και αντιμετωπίστηκε με προσωρινή διακοπή της ρουξολιτινίμπης (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).
Οι πλήρεις αιματολογικοί έλεγχοι θα πρέπει να παρακολουθούνται όπως ενδείκνυται κλινικά και να πραγματοποιείται προσαρμογή της δόσης όπως απαιτείται (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).
Λοιμώξεις
Σοβαρές βακτηριδιακές, μυκοβακτηριδιακές, μυκητιασικές, ιογενείς και άλλες ευκαιριακές λοιμώξεις έχουν παρουσιαστεί σε ασθενείς οι οποίοι λάμβαναν ρουξολιτινίμπη. Οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται για τον κίνδυνο ανάπτυξης σοβαρών λοιμώξεων. Οι ιατροί θα πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά τους ασθενείς που λαμβάνουν ρουξολιτινίμπη για σημεία και συμπτώματα λοιμώξεων και να ξεκινούν αμέσως κατάλληλη θεραπεία. Η θεραπεία με ρουξολιτινίμπη δεν πρέπει να ξεκινήσει μέχρι να επιλυθούν οι ενεργείς σοβαρές λοιμώξεις.
Έχει αναφερθεί φυματίωση σε ασθενείς που λάμβαναν ρουξολιτινίμπη. Πριν την έναρξη της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογηθούν για ενεργή και ανενεργή («λανθάνουσα») φυματίωση, σύμφωνα με τις τοπικές συστάσεις. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει ιατρικό ιστορικό, πιθανή προηγούμενη επαφή με φυματίωση και/ή κατάλληλη εξέταση, όπως ακτινογραφία του πνεύμονα, αξιολόγηση φυματίνης και/ή απελευθέρωσης ιντερφερόνης-γάμμα, ανάλογα. Οι συνταγογραφούντες υπενθυμίζονται του κινδύνου λανθασμένων αρνητικών αποτελεσμάτων της αξιολόγησης δέρματος για φυματίνη, ιδιαίτερα σε ασθενείς που είναι σοβαρά άρρωστοι ή ανοσοκατεσταλμένοι.
Αυξήσεις του ιικού φορτίου της ηπατίτιδας B (τίτλος HBV-DNA), με και χωρίς σχετιζόμενες αυξήσεις των επιπέδων της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης και της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με χρόνιες λοιμώξεις από HBV που λαμβάνουν ρουξολιτινίμπη. Συνιστάται ο έλεγχος για HBV πριν την έναρξη της θεραπείας με ρουξολιτινίμπη. Οι ασθενείς με χρόνια λοίμωξη από HBV θα πρέπει να αντιμετωπίζονται και να παρακολουθούνται σύμφωνα με τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Έρπης ζωστήρ
Οι ιατροί θα πρέπει να εκπαιδεύουν τους ασθενείς σχετικά με τα πρώιμα σημεία και συμπτώματα του έρπητα ζωστήρα, υποδεικνύοντας ότι θα πρέπει να επιδιώκεται θεραπεία το νωρίτερο δυνατό.
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια
Έχει αναφερθεί προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML) κατά τη θεραπεία με ρουξολιτινίμπη. Οι ιατροί θα πρέπει να είναι σε ιδιαίτερη επαγρύπνηση για τον εντοπισμό συμπτωμάτων που υποδηλώνουν PML, τα οποία ο ασθενής ενδέχεται να μην παρατηρήσει (π.χ. γνωστικά, νευρολογικά ή ψυχιατρικά συμπτώματα ή σημεία). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση ή επιδείνωση κάποιου από αυτά τα συμπτώματα ή σημεία, και εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα/σημεία, θα πρέπει να εξετάζεται η παραπομπή σε νευρολόγο και η εφαρμογή κατάλληλων μέτρων διαγνωστικού χαρακτήρα για PML. Εάν υπάρχει υποψία για PML, η περαιτέρω χορήγηση πρέπει να αναστέλλεται μέχρι να αποκλειστεί η PML.
Ανωμαλίες ή αυξήσεις λιπιδίων
Η θεραπεία με ρουξολιτινίμπη έχει συσχετισθεί με αυξήσεις στις λιπιδαιμικές παραμέτρους, περιλαμβανομένης της ολικής χοληστερόλης, της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDL), της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) και των τριγλυκεριδίων. Συνιστάται η παρακολούθηση των λιπιδίων και θεραπεία της δυσλιπιδαιμίας σύμφωνα με κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Μείζονα καρδιακά συμβάματα (MACE)
Σε μια μεγάλη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη της τοφασινίμπης (ένας άλλος αναστολέας JAK) σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα ηλικίας 50 ετών και άνω με τουλάχιστον έναν επιπρόσθετο καρδιαγγειακό παράγοντα κινδύνου, μεγαλύτερο ποσοστό MACE, οριζόμενων ως καρδιαγγειακό θάνατο, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΜΙ) και μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο, παρατηρήθηκε με τοφασινίμπη συγκριτικά με τους αναστολείς του παράγοντα νέκρωσης όγκου (TNF).
Έχουν αναφερθεί MACE σε ασθενείς που λάμβαναν ρουξολιτινίμπη. Πριν την έναρξη ή τη συνέχιση της θεραπείας με ρουξολιτινίμπη, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα οφέλη και οι κίνδυνοι για τον κάθε ασθενή ξεχωριστά, ειδικά για ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, ασθενείς που είναι επί του παρόντος ή ήταν πρώην μακροχρόνιοι καπνιστές και ασθενείς με ιστορικό αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου ή άλλων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου.
Θρόμβωση
Σε μια μεγάλη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη της τοφασινίμπης (άλλος ένας αναστολέας JAK) σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα ηλικίας 50 ετών και άνω με τουλάχιστον έναν επιπρόσθετο καρδιαγγειακό παράγοντα κινδύνου, ένα δοσοεξαρτώμενο αυξημένο ποσοστό φλεβικών θρομβοεμβολικών επεισοδίων (VTE), περιλαμβανομένης της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (DVT) και της πνευμονικής εμβολής (PE), παρατηρήθηκε με τοφασινίμπη συγκριτικά με τους αναστολείς TNF.
Επεισόδια εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (DVT) και πνευμονικής εμβολής (PE) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν ρουξολιτινίμπη. Σε ασθενείς με MF και PV που λάμβαναν ρουξολιτινίμπη σε κλινικές μελέτες, τα ποσοστά θρομβοεμβολικών επεισοδίων ήταν παρόμοια στους ασθενείς που λάμβαναν ρουξολιτινίμπη και σε αυτούς σε θεραπεία ελέγχου.
Πριν από την έναρξη ή τη συνέχιση της θεραπείας με ρουξολιτινίμπη, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα οφέλη και οι κίνδυνοι για τον κάθε ασθενή, ειδικά σε ασθενείς με καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.4 «Μείζονα καρδιακά συμβάματα (MACE)»).
Ασθενείς με συμπτώματα θρόμβωσης θα πρέπει να αξιολογούνται άμεσα και να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά καταλλήλως.
Δεύτερες πρωτοπαθείς κακοήθειες
Σε μια μεγάλη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη της τοφασινίμπης (άλλος ένας αναστολέας JAK) σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα ηλικίας 50 ετών και άνω με τουλάχιστον έναν επιπρόσθετο καρδιαγγειακό παράγοντα κινδύνου, μεγαλύτερο ποσοστό κακοηθειών, συγκεκριμένα καρκίνο του πνεύμονα, λέμφωμα και μη μελανωματικό καρκίνο του δέρματος (NMSC), παρατηρήθηκε με τοφασιτινίμπη συγκριτικά με τους αναστολείς TNF.
Λέμφωμα και άλλες κακοήθειες έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν αναστολείς JAK, περιλαμβανομένης της ρουξολιτινίμπης.
Μη μελανωματικοί καρκίνοι του δέρματος (NMSCs), περιλαμβανομένου του βασικοκυτταρικού, του πλακώδους καρκινώματος και του καρκινώματος κυττάρων Merkel, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με ρουξολιτινίμπη. Οι περισσότεροι από τους ασθενείς με MF και PV είχαν ιστορικό εκτεταμένης
θεραπείας με υδροξυουρία και προηγούμενου NMSC ή προ-κακοήθων δερματικών βλαβών. Περιοδική δερματική εξέταση συνιστάται για ασθενείς, οι οποίοι είναι σε αυξημένο κίνδυνο για δερματικό καρκίνο.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Η δόση έναρξης της ρουξολιτινίμπης θα πρέπει να μειώνεται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Για τους ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση, η δόση έναρξης θα πρέπει να βασίζεται στον αριθμό αιμοπεταλίων για τους ασθενείς με MF, ενώ η συνιστώμενη δόση έναρξης για τους ασθενείς με PV είναι μια εφάπαξ δόση των 10 mg (βλ. παράγραφο 4.2). Οι επόμενες δόσεις (εφάπαξ δόση των 20 mg ή δύο δόσεις των 10 mg χορηγούμενες με διάστημα 12 ωρών μεταξύ τους σε ασθενείς με MF, εφάπαξ δόση των 10 mg ή δύο δόσεις των 5 mg χορηγούμενες με διαφορά 12 ωρών μεταξύ τους σε ασθενείς με PV) θα πρέπει να χορηγούνται μόνο κατά τις ημέρες της αιμοδιύλισης μετά από κάθε συνεδρία αιμοδιύλισης. Επιπλέον τροποποιήσεις της δόσης θα πρέπει να πραγματοποιούνται με προσεκτική παρακολούθηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας. Στους ασθενείς με GvHD με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η δόση έναρξης του Jakulya θα πρέπει να μειωθεί περίπου κατά 50% (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η δόση έναρξης της ρουξολιτινίμπης θα πρέπει να μειώνεται περίπου κατά 50% στους ασθενείς με MF και PV και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Επιπλέον τροποποιήσεις στη δοσολογία θα πρέπει να βασίζονται στην ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του φαρμακευτικού προϊόντος. Στους ασθενείς με GvHD και ηπατική δυσλειτουργία που δεν σχετίζεται με τη GvHD, η δόση έναρξης της ρουξολιτινίμπης θα πρέπει να μειώνεται κατά περίπου 50% (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Οι ασθενείς που διαγιγνώσκονται με ηπατική δυσλειτουργία ενώ λαμβάνουν ρουξολιτινίμπη θα πρέπει να πραγματοποιήσουν πλήρη αιματολογική εξέταση, περιλαμβανομένου του συνολικού αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων με καθορισμό τύπου, να παρακολουθούνται τουλάχιστον κάθε μία ή δύο εβδομάδες για τις πρώτες 6 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ρουξολιτινίμπη και, εν συνεχεία, όπως ενδείκνυται κλινικά, μόλις σταθεροποιηθούν η ηπατική λειτουργία και οι αιματολογικές εξετάσεις.
Αλληλεπιδράσεις
Εάν η ρουξολιτινίμπη πρόκειται να συγχορηγηθεί με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 ή διπλούς αναστολείς των ενζύμων CYP2C9 και CYP3A4 (π.χ. φλουκοναζόλη), η μονάδα δόσης της ρουξολιτινίμπης θα πρέπει να μειώνεται κατά περίπου 50% και να χορηγείται δύο φορές ημερησίως (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).
Κατά τη χρήση ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4 ή διπλών αναστολέων των ενζύμων CYP2C9 και CYP3A4, συνιστάται συχνότερη παρακολούθηση (π.χ. δύο φορές την εβδομάδα) των αιματολογικών παραμέτρων και κλινικών σημείων και συμπτωμάτων των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τη ρουξολιτινίμπη.
Η ταυτόχρονη χρήση κυταρρομειωτικών θεραπειών με ρουξολιτινίμπη έχει συσχετισθεί με αντιμετωπίσιμη κυτταροπενία (βλ. παράγραφο 4.2 για τροποποιήσεις της δόσης κατά την κυτταροπενία).
Επιδράσεις απόσυρσης
Κατόπιν προσωρινής ή μόνιμης διακοπής της ρουξολιτινίμπης, τα συμπτώματα MF μπορεί να επανέλθουν μέσα σε χρονικό διάστημα περίπου μιας εβδομάδας. Υπήρξαν περιπτώσεις ασθενών οι οποίοι διέκοψαν οριστικά τη ρουξολιτινίμπη και παρουσίασαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, κυρίως παρουσία οξείας παρεμπίπτουσας πάθησης. Δεν έχει εξακριβωθεί εάν η απότομη διακοπή της ρουξολιτινίμπης συνέβαλε στην εκδήλωση αυτών των συμβαμάτων. Εκτός αν απαιτείται απότομη διακοπή, θα πρέπει να εξετάζεται η βαθμιαία μείωση της δόσης ρουξολιτινίμπης, αν και η χρησιμότητα της βαθμιαίας μείωσης δεν έχει αποδειχθεί.
Έκδοχα
Το Jakulya περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε
«ελεύθερο νατρίου».
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Η ρουξολιτινίμπη αποβάλλεται μέσω μεταβολισμού, με καταλύτες το CYP3A4 και CYP2C9. Επομένως, φαρμακευτικά προϊόντα που αποκλείουν αυτά τα ένζυμα μπορεί να προκαλέσουν αύξηση στην έκθεση στη ρουξολιτινίμπη.
Αλληλεπιδράσεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της δόσης της ρουξολιτινίμπης
Αναστολείς του CYP3A4
Οι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (όπως μεταξύ άλλων, μποσεπρεβίρη, κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη, ριτοναβίρη, μιμπεφραδίλη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, ποσακοναζόλη, σακουιναβίρη, τελαπρεβίρη, τελιθρομυκίνη, βορικοναζόλη)
Σε υγιείς εθελοντές η συγχορήγηση της ρουξολιτινίμπης (10 mg εφάπαξ δόση) με έναν ισχυρό αναστολέα του CYP3A4, την κετοκοναζόλη, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση κατά 33% και 91% της Cmax και της διάμεσης AUC της ρουξολιτινίμπης αντίστοιχα, σε σχέση με τη ρουξολιτινίμπη μεμονωμένα. Η ημίσεια ζωή παρατάθηκε από 3,7 σε 6,0 ώρες με την ταυτόχρονη χορήγηση της κετοκοναζόλης.
Όταν η ρουξολιτινίμπη χορηγείται με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, η μονάδα δόσης της ρουξολιτινίμπης θα πρέπει να μειώνεται κατά περίπου 50% και να χορηγείται δύο φορές ημερησίως.
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (π.χ. δυο φορές την εβδομάδα) για συμβάντα κυτταροπενίας και η δόση να τιτλοποιείται με βάση την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα (βλ. παράγραφο 4.2).
Διπλοί αναστολείς CYP2C9 και CYP3A4
Σε υγιείς εθελοντές η συγχορήγηση της ρουξολιτινίμπης (10 mg εφάπαξ δόση) με έναν διπλό αναστολέα CYP2C9 και CYP3A4, τη φλουκοναζόλη, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση κατά 47% και 232% της Cmax και της διάμεσης AUC της ρουξολιτινίμπης, αντίστοιχα, σε σχέση με τη ρουξολιτινίμπη μεμονωμένα.
Πρέπει να αξιολογηθεί η μείωση της δόσης κατά 50% κατά τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που είναι διπλοί αναστολείς των ενζύμων CYP2C9 και CYP3A4 (π.χ. φλουκοναζόλη). Αποφύγετε την ταυτόχρονη χρήση της ρουξολιτινίμπης με δόσεις φλουκοναζόλης μεγαλύτερες των 200 mg την ημέρα.
Επαγωγείς ενζύμων
Επαγωγείς του CYP3A4 (όπως μεταξύ άλλων, αβασιμίβη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, ριφαμπουτίνη, ριφαμπίνη (ριφαμπικίνη), υπερικόν το διάτρητο (St. John’s wort, Hypericum perforatum)) Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και η δόση να τιτλοποιείται με βάση την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα (βλ. παράγραφο 4.2).
Σε υγιείς εθελοντές που χορηγήθηκε ρουξολιτινίμπη (50 mg εφάπαξ δόση) μετά από ριφαμπικίνη (600 mg ημερήσια δόση για 10 ημέρες), έναν ισχυρό επαγωγέα του CYP3A4, η AUC της ρουξολιτινίμπης ήταν χαμηλότερη κατά 70% από ότι μετά τη χορήγηση της ρουξολιτινίμπης μεμονωμένα. Η έκθεση των ενεργών μεταβολιτών της ρουξολιτινίμπης ήταν αμετάβλητη. Συνολικά, η φαρμακοδυναμική δράση της ρουξολιτινίμπης ήταν παρόμοια, γεγονός που υποδηλώνει πως η επαγωγή του CYP3A4 είχε ελάχιστη επίδραση στη φαρμακοδυναμική. Παρόλα αυτά, αυτό μπορεί να σχετίζεται με την υψηλή δόση
ρουξολιτινίμπης έχοντας σαν αποτέλεσμα φαρμακοδυναμική δράση κοντά στην Emax. Είναι πιθανό να απαιτείται μια άυξηση της δόσης της ρουξολιτινίμπης σε κάθε ασθενή στον οποίο γίνεται έναρξη θεραπείας με έναν ισχυρό επαγωγέα ενζύμου.
Άλλες αλληλεπιδράσεις που θα πρέπει να εξετάζονται οι οποίες επηρεάζουν τη ρουξολιτινίμπη
Ήπιοι ή μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (όπως μεταξύ άλλων, σιπροφλοξασίνη, ερυθρομυκίνη, αμπρεναβίρη, αταζαναβίρη, διλτιαζέμη, σιμετιδίνη)
Σε υγιείς εθελοντές η συγχορήγηση της ρουξολιτινίμπης (10 mg εφάπαξ δόση) με 500 mg ερυθρομυκίνης δύο φορές ημερησίως για τέσσερις ημέρες είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση κατά 8% και 27% της Cmax και της διάμεσης AUC της ρουξολιτινίμπης, αντίστοιχα, σε σχέση με τη ρουξολιτινίμπη μεμονωμένα.
Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης όταν γίνεται συγχορήγηση της ρουξολιτινίμπης με ήπιους έως μέτριους αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ερυθρομυκίνη). Παρόλα αυτά, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για συμβάντα κυτταροπενίας κατά την έναρξη της θεραπείας με έναν μέτριο αναστολέα του CYP3A4.
Επίδραση της ρουξολιτινίμπης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Ουσίες που μεταφέρονται από την P-γλυκοπρωτεΐνη ή άλλοι μεταφορείς
Η ρουξολιτινίμπη μπορεί να αναστείλει την P-γλυκοπρωτεΐνη και την πρωτεΐνη αντίστασης του καρκίνου του μαστού (BCRP) στο έντερο. Αυτό μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την αυξημένη συστεμική έκθεση των υποστρωμάτων των μεταφορέων αυτών, όπως η ετεξιλική δαμπιγκατράνη, η κυκλοσπορίνη, η ροσουβαστατίνη και δυνητικά η διγοξίνη. Συνιστάται θεραπευτικός φαρμακευτικός έλεγχος (TDM) ή κλινικός έλεγχος των επηρεαζόμενων ουσιών.
Είναι πιθανό ή δυνητική αναστολή της P-gp και της BCRP στο έντερο να μπορεί να ελαχιστοποιηθεί, εάν ο χρόνος μεταξύ των χορηγήσεων διατηρηθεί στο μέγιστο δυνατό.
Μια μελέτη σε υγιείς εθελοντές κατέδειξε ότι η ρουξολιτινίμπη δεν αναστέλλει τον μεταβολισμό της μιδαζολάμης, ενός από του στόματος υποστρώματος CYP3A4. Επομένως, δεν αναμένεται αύξηση στην έκθεση σε υπoστρώματα CYP3A4 όταν αυτά συνδυάζονται με ρουξολιτινίμπη. Μια άλλη μελέτη σε υγιείς εθελοντές κατέδειξε πως η ρουξολιτινίμπη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική ενός από στόματος αντισυλληπτικού που περιέχει αιθινυλοιστραδιόλη και λεβονοργεστρέλη. Επομένως, η αντισυλληπτική δράση του συνδυασμού αυτού δεν αναμένεται να επηρεαστεί όταν αυτός χορηγείται ταυτόχρονα με ρουξολιτινίμπη.
Κύηση
Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση της ρουξολιτινίμπης σε εγκύους.
Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι η ρουξολιτινίμπη έχει εμβρυοτοξική δράση. Δεν έχει παρατηρηθεί τερατογένεση σε αρουραίους και κουνέλια. Παρόλα αυτά, τα όρια έκθεσης σε σχέση με την υψηλότερη κλινική δόση ήταν χαμηλά και, επομένως, τα αποτελέσματα είχαν περιορισμένη σημασία στους ανθρώπους (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Ως προληπτικό μέτρο, αντενδείκνυται η χρήση του Jakulya κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. παράγραφο 4.3).
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ρουξολιτινίμπη. Σε περίπτωση κύησης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ρουξολιτινίμπη, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ατομική αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου με προσεκτική παροχή συμβουλών σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο (βλ. παράγραφο 5.3).
Θηλασμός
Το Jakulya δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. παράγραφο 4.3) και, επομένως, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται όταν αρχίζει η θεραπεία. Δεν είναι γνωστό αν η ρουξολιτινίμπη και/ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος σε θηλάζον βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της ρουξολιτινίμπης και των μεταβολιτών της στο γάλα (βλ. παράγραφο 5.3).
Γονιμότητα
Δεν διατίθενται δεδομένα στον άνθρωπο για την επίδραση της ρουξολιτινίμπης στη γονιμότητα. Σε μελέτες με ζώα δεν παρατηρήθηκε επίδραση στη γονιμότητα.
ν
Το Jakulya δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη κατασταλτική επίδραση. Ωστόσο, οι ασθενείς που παρουσιάζουν ζάλη μετά τη λήψη ρουξολιτινίμπης θα πρέπει να απέχουν από την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Μυελοΐνωση
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου ήταν η θρομβοπενία και η αναιμία.
Οι αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου (οποιουδήποτε βαθμού σύμφωνα με τα Συνήθη Κριτήρια Ορολογίας για τις Ανεπιθύμητες Ενέργειες [CTCAE]) περιλαμβάνουν αναιμία (83,8%), θρομβοπενία (80,5%) και ουδετεροπενία (20,8%).
Η αναιμία, η θρομβοπενία και η ουδετεροπενία είναι δοσοεξαρτώμενες επιδράσεις.
Οι τρεις πιο συχνές μη-αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου ήταν μώλωπες (33,3%), λοιπές αιμορραγίες (περιλαμβανομένης της επίσταξης, της μετεγχειρητικής αιμορραγίας και της αιματουρίας) (24,3%) και ζάλη (21,9%).
Οι τρεις πιο συχνές μη-αιματολογικές παθολογικές εργαστηριακές τιμές που ταυτοποιήθηκαν σαν ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν αυξημένα επίπεδα αλανινικής αμινοτρανσφεράσης (40,7%), αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (31,5%) και υπερτριγλυκεριδαιμία (25,2%). Σε κλινικές μελέτες φάσης 3 για τη MF, δεν παρατηρήθηκε ούτε υπερτριγλυκεριδαιμία ή αύξηση της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης βαθμού 3 ή βαθμού 4 κατά CTCAE ούτε αύξηση βαθμού 4 κατά CTCAE της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης ή υπερχοληστερολαιμία.
Διακοπή λόγω εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, παρατηρήθηκε στο 30,0% των ασθενών.
Aληθής πολυκυτταραιμία
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν ήταν αναιμία και αύξηση της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης.
Οι αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (οποιουδήποτε βαθμού κατά CTCAE) περιλαμβάνουν αναιμία (61,8%), θρομβοπενία (25,0%) και ουδετεροπενία (5,3%). Αναιμία και θρομβοπενία βαθμού 3 ή 4 κατά CTCAE αναφέρθηκαν στο 2,9% και το 2,6% των ασθενών, αντίστοιχα.
Οι τρεις πιο συχνές μη-αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν αύξηση σωματικού βάρους (20,3%), ζάλη (19,4%) και κεφαλαλγία (17,9).
Οι τρεις πιο συχνές μη-αιματολογικές παθολογικές εργαστηριακές τιμές (οποιουδήποτε βαθμού κατά CTCAE) που ταυτοποιήθηκαν ως ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (45,3%), αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (42,6%) και υπερχοληστερολαιμία (34,7%). Δεν παρατηρήθηκε αύξηση της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης βαθμού 4 κατά CTCAE ή υπερχοληστερολαιμία, ενώ παρατηρήθηκε μόνο ένα συμβάν αύξησης βαθμού 4 κατά CTCAE της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης.
Διακοπή λόγω εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, παρατηρήθηκε στο 19,4% των ασθενών.
Οξεία GvHD
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στη REACH2 (ενήλικες και έφηβοι ασθενείς) ήταν θρομβοπενία, αναιμία, ουδετεροπενία, αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης και αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στην ομάδα των παιδιατρικών ασθενών (έφηβοι από την REACH2 και παιδιατρικοί ασθενείς από την REACH4) ήταν αναιμία, ουδετεροπενία, αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, υπερχοληστερολαιμία και θρομβοπενία.
Οι αιματολογικές παθολογικές εργαστηριακές τιμές που ταυτοποιήθηκαν ως ανεπιθύμητες ενέργειες στη REACH2 (ενήλικες και έφηβοι ασθενείς) και στην ομάδα των παιδιατρικών ασθενών (REACH2 και REACH4) περιλάμβαναν θρομβοπενία (85,2% και 55,1%), αναιμία (75,0% και 70,8%) και ουδετεροπενία (65,1% και 70,0%), αντίστοιχα. Αναιμία βαθμού 3 αναφέρθηκε σε 47,7% των ασθενών στη REACH2 και σε 45,8% των ασθενών στην παιδιατρική ομάδα. Θρομβοπενία βαθμού 3 και 4 αναφέρθηκε σε 31,3% και 47,7% των ασθενών στη REACH2 και σε 14,6% και 22,4% των ασθενών στην παιδιατρική ομάδα, αντίστοιχα. Ουδετεροπενία βαθμού 3 και 4 αναφέρθηκε σε 17,9% και 20,6% των ασθενών στη REACH2 και σε 32,0% και 22,0% των ασθενών στην παιδιατρική ομάδα, αντίστοιχα.
Οι πιο συχνές μη-αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες στη REACH2 (ενήλικες και έφηβοι ασθενείς) και στην ομάδα των παιδιατρικών ασθενών (REACH2 και REACH4) ήταν λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό (CMV) (32,3% και 31,4%), σηψαιμία (25,4% και 9,8%), ουρολοιμώξεις (17,9% και 9,8%), υπέρταση
(13,4% και 17,6%) και ναυτία (16,4% και 3,9%), αντίστοιχα.
Οι πιο συχνές μη-αιματολογικές παθολογικές εργαστηριακές τιμές που ταυτοποιήθηκαν ως ανεπιθύμητες ενέργειες στη REACH2 (ενήλικες και έφηβοι ασθενείς) και ασθενείς στην παδιατρική ομάδα (REACH2 και REACH4) ήταν αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (54,9% και 63,3%), αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (52,3% και 50,0%) και υπερχοληστερολαιμία (49,2% και 61,2%), αντίστοιχα. Η πλειοψηφία ήταν βαθμού 1 και 2, ωστόσο, σε βαθμού 3 αναφέρθηκε αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης σε 17,6% των ασθενών στη REACH2 και 27,3% των ασθενών στην παιδιατρική ομάδα.
Διακοπή λόγω εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, παρατηρήθηκε στο 29,4% των ασθενών στη REACH2 και στο 21,6% των ασθενών στην παιδιατρική ομάδα.
Χρόνια GvHD
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στη REACH3 (ενήλικες και έφηβοι ασθενείς) ήταν αναιμία, υπερχοληστερολαιμία και αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στην ομάδα των παιδιατρικών ασθενών (έφηβοι από τη REACH3 και παιδιατρικοί ασθενείς από τη REACH5) ήταν ουδετεροπενία, υπερχοληστερολαιμία και αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης.
Οι αιματολογικές παθολογικές εργαστηριακές τιμές που ταυτοποιήθηκαν ως ανεπιθύμητες ενέργειες στη REACH3 (ενήλικες και έφηβοι ασθενείς) και στην ομάδα των παιδιατρικών ασθενών (REACH3 και REACH5) περιλάμβαναν αναιμία (68,6% και 49,1%), ουδετεροπενία (36,2% και 59,3%) και θρομβοπενία (34,4% και 35,2%), αντίστοιχα. Αναιμία βαθμού 3 αναφέρθηκε σε 14,8% των ασθενών στη REACH3 και σε 17,0% των ασθενών στην παιδιατρική ομάδα. Ουδετεροπενία βαθμού 3 και 4 αναφέρθηκε σε 9,5% και 6,7% των ασθενών στη REACH3 και σε 17,3% και 11,1% των ασθενών στην παιδιατρική ομάδα, αντίστοιχα.
Θρομβοπενία βαθμού 3 και 4 αναφέρθηκαν σε 5,9% και 10,7% των ενήλικων και έφηβων ασθενών στη REACH3 και σε 7,7% και 11,1% των ασθενών στην παιδιατρική ομάδα, αντίστοιχα.
Οι πιο συχνές μη-αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες στη REACH3 (ενήλικες και έφηβοι ασθενείς) και στην ομάδα των παιδιατρικών ασθενών (REACH3 και REACH5) ήταν υπέρταση (15,0% και 14,5%) και κεφαλαλγία (10,2% και 18,2%), αντίστοιχα.
Οι πιο συχνές μη-αιματολογικές παθολογικές εργαστηριακές τιμές που ταυτοποιήθηκαν ως ανεπιθύμητες ενέργειες στη REACH3 (ενήλικες και έφηβοι ασθενείς) και στην ομάδα των παιδιατρικών ασθενών (REACH3 και REACH5) ήταν υπερχοληστερολαιμία (52,3% και 54,9%), αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (52,2% και 45,5%) και αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (43,1% και 50,9%). Η πλειοψηφία ήταν βαθμού 1 και 2, ωστόσο, σε βαθμού 3, παθολογικές εργαστηριακές τιμές αναφέρθηκαν στην ομάδα των παιδιατρικών ασθενών, περιλαμβανομένης της αυξημένης αμινοτρανφεράσης της αλανίνης (14,9%) και της αυξημένης ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (11,5%).
Διακοπή λόγω εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, παρατηρήθηκε σε 18,1% των ασθενών στη REACH3 και σε 14,5% των ασθενών στην παιδιατρική ομάδα.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών
Η ασφάλεια της ρουξολιτινίμπης σε ασθενείς με MF αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας τα μακροχρόνια δεδομένα παρακολούθησης από δύο μελέτες φάσης 3 (COMFORT-I και COMFORT-II), περιλαμβανομένων δεδομένων από ασθενείς που είχαν αρχικά τυχαιοποιηθεί στη ρουξολιτινίμπη (n=301) και ασθενείς που έλαβαν ρουξολιτινίμπη μετά από μετάβαση από τα σκέλη της θεραπείας ελέγχου (n=156). Η μέση διάρκεια έκθεσης στην οποία βασίζονται οι κατηγορίες συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 30,5 μήνες (εύρος 0,3 έως 68,1 μήνες).
Η ασφάλεια της ρουξολιτινίμπης σε ασθενείς με PV αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας τα μακροχρόνια δεδομένα παρακολούθησης από δύο μελέτες φάσης 3 (RESPONSE και RESPONSE 2), περιλαμβανομένων δεδομένων από ασθενείς που είχαν αρχικά τυχαιοποιηθεί στη ρουξολιτινίμπη (n=184) και ασθενείς που έλαβαν ρουξολιτινίμπη μετά από μετάβαση από τα σκέλη της θεραπείας ελέγχου (n=156). Η μέση διάρκεια έκθεσης στην οποία βασίζονται οι κατηγορίες συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 41,7 μήνες (εύρος 0,03 έως 59,7 μήνες).
Η ασφάλεια της ρουξολιτινίμπης σε ασθενείς με οξεία GvHD αξιολογήθηκε στη φάση 3 της μελέτης REACH2 και στη φάση 2 της μελέτης REACH4. H REACH2 περιλάμβανε δεδομένα από 201 ασθενείς ηλικίας ≥12 ετών που είχαν αρχικά τυχαιοποιηθεί με ρουξολιτινίμπη (n=152) και ασθενείς που έλαβαν ρουξολιτινίμπη μετά από μετάβαση από τα σκέλη της καλύτερης διαθέσιμης θεραπείας (BAT) (n=49). Η μέση διάρκεια έκθεσης στην οποία βασίζονται οι κατηγορίες συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 8,9 εβδομάδες (εύρος 0,3 έως 66,1 εβδομάδες). Στην ομάδα των παδιατρικών ασθενών ηλικίας ≥2 ετών
(6 ασθενείς στη REACH2 και 45 ασθενείς στη REACH4), η μέση διάρκεια έκθεσης ήταν 16,7 εβδομάδες (εύρος 1,1 έως 48,9 εβδομάδες).
Η ασφάλεια της ρουξολιτινίμπης σε ασθενείς με χρόνια GvHD αξιολογήθηκε στη φάση 3 της μελέτης REACH3 και στη φάση 2 της μελέτης REACH5. H REACH3 περιλάμβανε δεδομένα από 226 ασθενείς ηλικίας ≥12 ετών που είχαν αρχικά τυχαιοποιηθεί με ρουξολιτινίμπη (n=165) και ασθενείς που έλαβαν ρουξολιτινίμπη μετά από μετάβαση από τα σκέλη της BAT (n=61). Η μέση διάρκεια έκθεσης στην οποία βασίζονται οι κατηγορίες συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 41,4 εβδομάδες (εύρος 0,7 έως 127,3 εβδομάδες). Στην ομάδα των παιδιατρικών ασθενών ηλικίας ≥2 ετών (10 ασθενείς στη REACH3 και 45 ασθενείς στη REACH5), η μέση διάρκεια έκθεσης ήταν 57,1 εβδομάδες (εύρος 2,1 έως
155,4 εβδομάδες).
Στο πρόγραμμα κλινικών μελετών η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών εκτιμήθηκε σύμφωνα με τα CTCAE, σύμφωνα με τα οποία βαθμός 1=ήπια, βαθμός 2=μέτρια, βαθμός 3=σοβαρή, βαθμός 4=απειλητική για τη ζωή ή αναπηρία, βαθμός 5=θάνατος.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες σε ασθενείς με MF και PV (Πίνακας 6) και οξεία και χρόνια GvHD (Πίνακας 7) παρατίθενται κατά κατηγορία οργανικού συστήματος σύμφωνα με το MedDRA. Μέσα σε κάθε κατηγορία οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου ταξινομούνται με βάση
τη συχνότητα, με πρώτες τις συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Επιπροσθέτως, η αντίστοιχη κατηγορία συχνότητας για κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια βασίζεται στην παρακάτω σύμβαση: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 6 Κατηγορία συχνότητας ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν στις μελέτες φάσης 3 της MF και PV
| Ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου | Κατηγορία συχνότητας για ασθενείς με MF | Κατηγορία συχνότητας για ασθενείς με PV |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | ||
| Ουρολοιμώξειςδ | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Έρπης ζωστήραςδ | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Πνευμονία | Πολύ συχνές | Συχνές |
| Σηψαιμία | Συχνές | Όχι συχνές |
| Φυματίωση | Όχι συχνές | Μη γνωστής συχνότηταςε |
| Επανενεργοποίηση HBV | Μη γνωστής συχνότηταςε | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματοςα,δ | ||
| Αναιμίαα | ||
| Βαθμού 4 κατά CTCAEγ (<6,5g/dl) | Πολύ συχνές | Όχι συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAEγ (<8,0-6,5g/dl) | Πολύ συχνές | Συχνές |
| Οποιουδήποτε βαθμού κατά CTCAEγ | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Θρομβοπενίαα | ||
| Βαθμού 4 κατά CTCAEγ (<25.000/mm3) | Συχνές | Όχι συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAEγ (50.000-25.000/mm3) | Πολύ συχνές | Συχνές |
| Οποιουδήποτε βαθμού κατά CTCAEγ | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Ουδετεροπενίαα | ||
| Βαθμού 4 κατά CTCAEγ (<500/mm3) | Συχνές | Όχι συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAEγ (<1.000-500/mm3) | Συχνές | Όχι συχνές |
| Οποιουδήποτε βαθμού κατά CTCAEγ | Πολύ συχνές | Συχνές |
| Πανκυτταροπενίαα,β | Συχνές | Συχνές |
| Αιμορραγία (οποιαδήποτε αιμορραγία, περιλαμβανομένης της ενδοκρανιακής και της αιμορραγίας από το γαστρεντερικό, μώλωπας και λοιπές αιμορραγίες) | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Μώλωπας | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Αιμορραγία από το γαστρεντερικό | Πολύ συχνές | Συχνές |
| Ενδοκρανιακή αιμορραγία | Συχνές | Όχι συχνές |
| Λοιπές αιμορραγίες (περιλαμβανομένης της επίσταξης, της μετεγχειρητικής αιμορραγίας και τηςαιματουρίας) | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | ||
| Υπερχοληστερολαιμίααοποιουδήποτε βαθμού κατά CTCAEγ | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Υπερτριγλυκεριδαιμίααοποιουδήποτε βαθμού κατά CTCAEγ | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Αύξηση σωματικού βάρους | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | ||
| Ζάλη | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Κεφαλαλγία | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | ||
| Αυξημένη λιπάση, οποιουδήποτε βαθμού κατά CTCAEγ | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Δυσκοιλιότητα | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Μετεωρισμός | Συχνές | Συχνές |
| Ηπατοχολικες διαταραχές | ||
| Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςα | ||
| Βαθμού 3 κατά CTCAEγ (> 5x – 20 x ULN) | Συχνές | Συχνές |
| Οποιουδήποτε βαθμού κατά CTCAEγ | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηα | ||
| Οποιουδήποτε βαθμού κατά CTCAEγ | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Αγγειακές διαταραχές | ||
| Υπέρταση | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| α Η συχνότητα βασίζεται σε νέες ή επιδεινωμένες παθολογικές εργαστηριακές τιμές σε σύγκριση με τις αρχικές τιμές.β Η πανκυτταροπενία ορίζεται ως επίπεδα αιμοσφαιρίνης <100 g/l, αριθμός αιμοπεταλίων <100x109/l και αριθμός ουδετερόφιλων <1,5x109/l (ή χαμηλός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων βαθμού 2 εάν ο αριθμός ουδετερόφιλων δεν παρουσιάζεται), ταυτόχρονα στην ίδια εργαστηριακή αξιολόγηση.γ Συνήθη Κριτήρια Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες (CTCAE) έκδοση 3.0, βαθμός 1 = ήπια, βαθμός 2 = μέτρια, βαθμός 3 = σοβαρή, βαθμός 4 = απειλητική για τη ζωή.δ Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου περιγράφονται στο κείμενο.ε Η ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου βασίζεται στην εμπειρία μετά την έγκριση του φαρμάκου. | ||
Μετά την οριστική διακοπή οι ασθενείς με MF μπορεί να ξαναεμφανίσουν συμπτώματα MF, όπως κόπωση, οστικό πόνο, πυρετό, κνησμό, νυκτερινούς ιδρώτες, συμπτωματική σπληνομεγαλία και απώλεια βάρους.
Στις κλινικές μελέτες για τη MF η ολική βαθμολογία των συμπτωμάτων MF επανήλθε σταδιακά στα αρχικά επίπεδα μέσα σε 7 ημέρες μετά την οριστική διακοπή της δόσης (βλ. παράγραφο 4.4).
Πίνακας 7 Κατηγορία συχνότητας ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν στις κλινικές μελέτες της GvHD
| Οξεία GvHD (REACH2) | Οξεία GvHD (Παιδιατρική ομάδα) | Χρόνια GvHD (REACH3) | Χρόνια GvHD (Παιδιατρική ομάδα) | |
| Ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου | Κατηγορία συχνότητας | Κατηγορία συχνότητας | Κατηγορία συχνότητας | Κατηγορία συχνότητας |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | ||||
| CMV λοιμώξεις | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Συχνές | Συχνές |
| Βαθμού ≥3 κατά CTCAE3 | Πολύ συχνές | Συχνές | Συχνές | Δ/Ε5 |
| Σηψαιμία | Πολύ συχνές | Συχνές | -6 | -6 |
| Βαθμού ≥3 κατά CTCAE4 | Πολύ συχνές | Συχνές | -6 | -6 |
| Ουρολοιμώξεις | Πολύ συχνές | Συχνές | Συχνές | Συχνές |
| Βαθμού ≥3 κατά CTCAE | Συχνές | Συχνές | Συχνές | Συχνές |
| Λοιμώξεις από ιό ΒΚ | -6 | -6 | Συχνές | Συχνές |
| Βαθμού ≥3 κατά CTCAE | -6 | -6 | Όχι συχνές | Δ/Ε5 |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | ||||
| Θρομβοπενία1 | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAE | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Συχνές | Συχνές |
| Βαθμού 4 κατά CTCAE | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Αναιμία1 | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAE | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Ουδετεροπενία1 | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAE | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού 4 κατά CTCAE | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Συχνές | Πολύ συχνές |
| Πανκυτταροπενία1,2 | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | -6 | -6 |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | ||||
| Υπερχοληστερολαιμία1 | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAE | Συχνές | Δ/Ε5 | Συχνές | Συχνές |
| Βαθμού 4 κατά CTCAE | Συχνές | Δ/Ε5 | Όχι συχνές | Συχνές |
| Αύξηση σωματικού βάρους | -6 | -6 | Συχνές | Συχνές |
| Βαθμού ≥3 κατά CTCAE | -6 | -6 | Δ/Ε5 | Συχνές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | ||||
| Κεφαλαλγία | Συχνές | Συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού ≥3 κατά CTCAE | Όχι συχνές | Δ/Ε5 | Συχνές | Συχνές |
| Αγγειακές διαταραχές | ||||
| Υπέρταση | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού ≥3 κατά CTCAE | Συχνές | Πολύ συχνές | Συχνές | Συχνές |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | ||||
| Αυξημένη λιπάση1 | -6 | -6 | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAE | -6 | -6 | Συχνές | Συχνές |
| Βαθμού 4 κατά CTCAE | -6 | -6 | Όχι συχνές | Συχνές |
| Αυξημένη αμυλάση1 | -6 | -6 | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAE | -6 | -6 | Συχνές | Συχνές |
| Βαθμού 4 κατά CTCAE | -6 | -6 | Συχνές | Δ/Ε5 |
| Ναυτία | Πολύ συχνές | Συχνές | -6 | -6 |
| Βαθμού ≥3 κατά CTCAE | Όχι συχνές | Δ/Ε5 | -6 | -6 |
| Δυσκοιλιότητα | -6 | -6 | Συχνές | Συχνές |
| Βαθμού ≥3 κατά CTCAE | -6 | -6 | Δ/Ε5 | Δ/Ε5 |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | ||||
| Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης1 | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAE | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού 4 κατά CTCAE | Συχνές | Δ/Ε5 | Όχι συχνές | Συχνές |
| Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση1 | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAE | Συχνές | Συχνές | Συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού 4 κατά CTCAE | Δ/Ε5 | Δ/Ε5 | Όχι συχνές | Δ/Ε5 |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | ||||
| Αυξημένη φωσφοκινάση της κρεατινίνης αίματος1 | -6 | -6 | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAE | -6 | -6 | Συχνές | Δ/Ε5 |
| Βαθμού 4 κατά CTCAE | -6 | -6 | Συχνές | Δ/Ε5 |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | ||||
| Αυξημένη κρεατινίνη αίματος1 | -6 | -6 | Πολύ συχνές | Συχνές |
| Βαθμού 3 κατά CTCAE | -6 | -6 | Συχνές | Δ/Ε5 |
| Βαθμού 4 κατά CTCAE | -6 | -6 | Δ/Ε5 | Δ/Ε5 |
| 1 Η συχνότητα βασίζεται σε νέες ή επιδεινωμένες παθολογικές εργαστηριακές τιμές σε σύγκριση με τις αρχικέςτιμές.2 Η πανκυτταροπενία ορίζεται ως επίπεδα αιμοσφαιρίνης <100 g/l, αριθμός αιμοπεταλίων <100 x 109/l και αριθμός ουδετερόφιλων <1,5 x 109/l (ή χαμηλός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων βαθμού 2 εάν ο αριθμός ουδετερόφιλων δεν παρουσιάζεται), ταυτόχρονα στην ίδια εργαστηριακή αξιολόγηση.3 Συνήθη Κριτήρια Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες (CTCAE) έκδοση 4.03.4 Βαθμού ≥3 σηψαιμία περιλαμβάνει 20 (10%) περιστατικά βαθμού 5 στη REACH2. Δεν υπήρξαν βαθμού 5 ανεπιθύμητες ενέργειες στην παιδιατρική ομάδα.5 Δεν εφαρμόζεται: δεν αναφέρθηκαν περιστατικά.6 «-»: μη ταυτοποιημένη ανεπιθύμητη ενέργεια σε αυτή την ένδειξη. | ||||
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου
Αναιμία
Στις κλινικές μελέτες φάσης 3 για τη MF, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη της πρώτης βαθμού 2 κατά CTCAE ή υψηλότερου αναιμίας, ήταν 1,5 μήνες. Ένας ασθενής (0,3%) διέκοψε οριστικά τη θεραπεία λόγω αναιμίας.
Στους ασθενείς που έλαβαν ρουξολιτινίμπη, οι μέσες μειώσεις της αιμοσφαιρίνης κατέληξαν σε κατώτατη τιμή περίπου 10 g/λίτρο κάτω από την αρχική τιμή μετά από 8 με 12 εβδομάδες θεραπείας και, στη συνέχεια, σταδιακά επανήλθαν για να καταλήξουν σε νέα σταθερή κατάσταση η οποία ήταν περίπου 5 g/λίτρο κάτω από την αρχική τιμή. Αυτή η εικόνα παρατηρήθηκε σε ασθενείς ανεξάρτητα από το αν είχαν υποβληθεί σε μετάγγιση κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Στην τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη COMFORT-I, το 60,6% των ασθενών με MF που έλαβε θεραπεία με ρουξολιτινίμπη και το 37,7% των ασθενών με MF που έλαβε εικονικό φάρμακο υποβλήθηκε σε μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων κατά τη διάρκεια της τυχαιοποιημένης θεραπείας. Στη μελέτη COMFORT-II το ποσοστό των μεταγγίσεων συμπυκνωμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων ήταν 53,4% στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης και 41,1% στο σκέλος με την καλύτερη διαθέσιμη θεραπεία.
Στην τυχαιοποιημένη περίοδο των πιλοτικών μελετών, η αναιμία ήταν λιγότερο συχνή στους ασθενείς με PV σε σύγκριση με τους ασθενείς με MF (40,8% έναντι 82,4%). Στον πληθυσμό με PV, συμβάντα βαθμού 3 και 4 κατά CTCAE αναφέρθηκαν στο 2,7%, ενώ στους ασθενείς με MF η συχνότητα εμφάνισης ήταν 42,56%.
Στις φάσης 3 μελέτες της οξείας (REACH2) και χρόνιας (REACH3) GvHD, αναιμία (όλων των βαθμών) αναφέρθηκε σε 75,0% και 68,6% των ασθενών, βαθμού 3 κατά CTCAE αναφέρθηκε σε 47,7% και 14,8% των ασθενών, αντίστοιχα. Στους παιδιατρικούς ασθενείς με οξεία και χρόνια GvHD, αναιμία (όλων των βαθμών) αναφέρθηκε σε 70,8% και 49,1% των ασθενών, βαθμού 3 κατά CTCAE αναφέρθηκε σε 45,8% και 17,0% των ασθενών, αντίστοιχα.
Θρομβοπενία
Στις κλινικές μελέτες φάσης 3 για τη MF, στους ασθενείς που εμφάνισαν θρομβοπενία βαθμού 3 ή 4, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν περίπου 8 εβδομάδες. Η θρομβοπενία ήταν γενικά αναστρέψιμη με μείωση ή διακοπή της δόσης. Ο διάμεσος χρόνος έως την επαναφορά των αριθμών αιμοπεταλίων πάνω από 50.000/mm3 ήταν 14 ημέρες. Κατά τη διάρκεια της τυχαιοποιημένης περιόδου, μεταγγίσεις αιμοπεταλίων πραγματοποιήθηκαν στο 4,7% των ασθενών που έλαβαν ρουξολιτινίμπη και στο 4,0% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία ελέγχου. Διακοπή της θεραπείας λόγω θρομβοπενίας σημειώθηκε στο 0,7% των ασθενών που έλαβαν ρουξολιτινίμπη και στο 0,9% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία ελέγχου. Οι ασθενείς με αριθμό αιμοπεταλίων 100.000/mm3 έως 200.000/mm3 πριν την έναρξη της θεραπείας με ρουξολιτινίμπη παρουσίασαν μεγαλύτερη συχνότητα θρομβοπενίας βαθμού 3 ή 4 σε σχέση με τους ασθενείς με αριθμό αιμοπεταλίων >200.000/mm3 (64,2% έναντι 38,5%).
Στην τυχαιοποιημένη περίοδο των πιλοτικών μελετών, το ποσοστό των ασθενών που εμφάνισαν θρομβοπενία ήταν χαμηλότερο στους ασθενείς με PV (16,8%) σε σύγκριση με τους ασθενείς με MF (69,8%). Η συχνότητα εμφάνισης σοβαρής (δηλ., βαθμού 3 και 4 κατά CTCAE) θρομβοπενίας ήταν χαμηλότερη σε ασθενείς με PV (2,7%) σε σύγκριση με τους ασθενείς με MF (11,6%).
Στη φάσης 3 μελέτη της οξείας GvHD (REACH2), βαθμού 3 και 4 θρομβοπενία αναφέρθηκε σε 31,3% και 47,7% των ασθενών, αντίστοιχα. Στη φάσης 3 μελέτη της χρόνιας GvHD (REACH3), η βαθμού 3 και 4 θρομβοπενία ήταν χαμηλότερη (5,9% και 10,7%) σε σύγκριση με την οξεία GvHD. Η συχνότητα της βαθμού 3 (14,6%) και (22,4%) θρομβοπενίας στους παιδιατρικούς ασθενείς με οξεία GvHD ήταν χαμηλότερη σε σύγκριση με τη REACH2. Στους παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια GvHD, η βαθμού 3 και 4 θρομβοπενία ήταν χαμηλότερη (7,7% και 11,1%) σε σύγκριση με τους παιδιατρικούς ασθενείς με οξεία GvHD.
Ουδετεροπενία
Στις κλινικές μελέτες φάσης 3 στους ασθενείς με MF που εμφάνισαν θρομβοπενία βαθμού 3 ή 4, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν περίπου 12 εβδομάδες. Κατά τη διάρκεια της τυχαιοποιημένης περιόδου,
προσωρινή διακοπή ή μειώσεις της δόσης λόγω ουδετεροπενίας αναφέρθηκε στο 1,0% των ασθενών και το 0,3% των ασθενών διέκοψε οριστικά τη θεραπεία λόγω ουδετεροπενίας.
Στην τυχαιοποιημένη περίοδο των μελετών φάσης 3 σε ασθενείς με PV, αναφέρθηκε ουδετεροπενία σε 1,6% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ρουξολιτινίμπη σε σύγκριση με 7% στις θεραπείες αναφοράς. Στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης, ένας ασθενής ανέπτυξε ουδετεροπενία βαθμού 4 κατά CTCAE. Η εκτεταμένη παρακολούθηση των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ρουξολιτινίμπη κατέδειξε 2 ασθενείς που ανάφεραν ουδετεροπενία βαθμού 4 κατά CTCAE.
Στη φάσης 3 μελέτη της οξείας GvHD (REACH2), βαθμού 3 και 4 ουδετεροπενία αναφέρθηκε σε 17,9% και 20,6% των ασθενών, αντίστοιχα. Στη φάσης 3 μελέτη της χρόνιας GvHD (REACH3), η βαθμού 3 και 4 ουδετεροπενία ήταν χαμηλότερη (9,5% και 6,7%) σε σύγκριση με την οξεία GvHD. Στους παιδιατρικούς ασθενείς, η συχνότητα της βαθμού 3 και 4 ουδετεροπενίας ήταν 32,0% και 22,0%, αντίστοιχα, στην οξεία GvHD και 17,3% και 11,1%, αντίστοιχα, στη χρόνια GvHD.
Αιμορραγία
Στις πιλοτικές μελέτες φάσης 3 για τη MF, αιμορραγικά επεισόδια (συμπεριλαμβανομένων ενδοκρανιακών και γαστρεντερικών, μωλώπων και άλλων αιμορραγικών επεισοδίων) αναφέρθηκαν στο 32,6% των ασθενών που εκτέθηκαν σε ρουξολιτινίμπη και στο 23,2% των ασθενών που εκτέθηκαν στις θεραπείες αναφοράς (εικονικό φάρμακο ή καλύτερη διαθέσιμη θεραπεία). Η συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών βαθμού 3 έως 4 ήταν παρόμοια για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ρουξολιτινίμπη ή θεραπείες αναφοράς (4,7% έναντι 3,1%). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας οι περισσότεροι ασθενείς με αιμορραγικά επεισόδια ανέφεραν μώλωπες (65,3%). Τα περιστατικά με μώλωπες αναφέρθηκαν πιο συχνά στους ασθενείς που έλαβαν ρουξολιτινίμπη σε σύγκριση με τις θεραπείες αναφοράς (21,3% έναντι 11,6%). Ενδοκρανιακή αιμορραγία αναφέρθηκε σε 1% των ασθενών που εκτέθηκαν στη ρουξολιτινίμπη και σε 0,9% των ασθενών που εκτέθηκαν στις θεραπείες αναφοράς. Γαστρεντερική αιμορραγία αναφέρθηκε σε 5,0% των ασθενών που εκτέθηκαν στη ρουξολιτινίμπη σε σχέση με 3,1% οι οποίοι εκτέθηκαν στις θεραπείες αναφοράς. Άλλα περιστατικά αιμορραγίας (περιλαμβανομένων περιστατικών όπως επίσταξη, μετεγχειρητική αιμορραγία και αιματουρία) αναφέρθηκαν σε 13,3% των ασθενών που έκαναν θεραπεία με ρουξολιτινίμπη και 10,3% με θεραπείες αναφοράς.
Κατά τη μακροχρόνια παρακολούθηση των φάσης 3 κλινικών μελετών σε ασθενείς με MF, η αθροιστική συχνότητα των περιστατικών αιμορραγίας αυξήθηκε αναλογικά με την αύξηση του χρόνου παρακολούθησης. Τα περιστατικά με μώλωπες ήταν τα πιο συχνά αναφερόμενα περιστατικά αιμορραγίας (33,3%). Ενδοκρανιακή και γαστρεντερική αιμορραγία αναφέρθηκαν σε 1,3% και 10,1% των ασθενών, αντίστοιχα.
Στην περίοδο σύγκρισης των κλινικών μελετών της φάσης 3 σε ασθενείς με PV, αιμορραγικά επεισόδια (συμπεριλαμβάνονται η ενδοκρανιακή και γαστρεντερική αιμορραγία, οι μώλωπες και τα λοιπά αιμορραγικά επεισόδια) αναφέρθηκαν στο 16,8% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με ρουξολιτινίμπη, στο 15,3% των ασθενών που έλαβαν τη βέλτιστη διαθέσιμη θεραπεία κατά τη μελέτη RESPONSE και στο 12,0% των ασθενών που έλαβαν τη βέλτιστη διαθέσιμη θεραπεία κατά τη μελέτη RESPONSE 2. Μώλωπες αναφέρθηκαν στο 10,3% των ασθενών που έλαβαν ρουξολιτινίμπη, στο 8,1% των ασθενών που έλαβαν τη βέλτιστη διαθέσιμη θεραπεία κατά τη μελέτη RESPONSE και στο 2,7% των ασθενών που έλαβαν τη βέλτιστη διαθέσιμη θεραπεία κατά τη μελέτη RESPONSE 2. Στους ασθενείς που έλαβαν ρουξολιτινίμπη δεν εμφανίστηκαν ενδοκρανιακή αιμορραγία ή επεισόδια γαστρεντερικής αιμορραγίας. Ένας ασθενής που αντιμετωπίστηκε με ρουξολιτινίμπη εμφάνισε βαθμού 3 αιμορραγικό επεισόδιο (μετεγχειρητική αιμορραγία), ενώ δεν αναφέρθηκε αιμορραγία βαθμού 4. Λοιπά αιμορραγικά επεισόδια (περιλαμβανομένων των επεισοδίων όπως επίσταξη, μετεγχειρητική αιμορραγία, ουλορραγία) αναφέρθηκαν στο 8,7% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με ρουξολιτινίμπη, στο 6,3% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με τη βέλτιστη διαθέσιμη θεραπεία κατά τη μελέτη RESPONSE και στο 6,7% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με τη βέλτιστη διαθέσιμη θεραπεία κατά τη μελέτη RESPONSE 2.
Κατά τη μακροχρόνια παρακολούθηση των κλινικών μελετών της φάσης 3 σε ασθενείς με PV, η αθροιστική συχνότητα των περιστατικών αιμορραγίας αυξήθηκε αναλογικά με την αύξηση του χρόνου παρακολούθησης. Τα περιστατικά με μώλωπες ήταν τα πιο συχνά αναφερόμενα περιστατικά αιμορραγίας
(17,4%). Ενδοκρανιακή και γαστρεντερική αιμορραγία αναφέρθηκαν σε 0,3% και 3,5% των ασθενών, αντίστοιχα.
Στην περίοδο σύγκρισης της φάσης 3 μελέτης της οξείας GvHD (REACH2), αιμορραγικά επεισόδια αναφέρθηκαν στο 25,0% και 22,0% των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης και στα σκέλη της ΒΑΤ, αντίστοιχα. Οι υπο-κατηγορίες των αιμορραγικών επεισοδίων ήταν γενικά παρόμοιες μεταξύ των θεραπευτικών σκελών: μώλωπες (5,9% στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης έναντι 6,7% στο σκέλος της ΒΑΤ), γαστρεντερικά περιστατικά (9,2% έναντι 6,7%) και λοιπά αιμορραγικά περιστατικά (13,2% έναντι 10,7%). Περιστατικά ενδοκρανιακής αιμορραγίας αναφέρθηκαν στο 0,7% των ασθενών στο σκέλος της ΒΑΤ και σε κανέναν ασθενή στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης. Στους παιδιατρικούς ασθενείς, η συχνότητα των αιμορραγικών επεισοδίων ήταν 23,5%. Τα περιστατικά σε ≥5% των ασθενών ήταν αιμορραγική κυστίτιδα και επίσταξη (5,9% έκαστο). Δεν αναφέρθηκαν περιστατικά ενδοκρανιακής αιμορραγίας σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Στην περίοδο σύγκρισης της φάσης 3 μελέτης της χρόνιας GvHD (REACH3), αιμορραγικά επεισόδια αναφέρθηκαν στο 11,5% και 14,6% των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης και στα σκέλη της ΒΑΤ, αντίστοιχα. Οι υπο-κατηγορίες των αιμορραγικών επεισοδίων ήταν γενικά παρόμοιες μεταξύ των θεραπευτικών σκελών: μώλωπες (4,2% στο σκέλος ρουξολιτινίμπης έναντι 2,5% στο σκέλος της ΒΑΤ), γαστρεντερικά περιστατικά (1,2% έναντι 3,2%) και λοιπά αιμορραγικά περιστατικά (6,7% έναντι 10,1%). Στους παιδιατρικούς ασθενείς, η συχνότητα των αιμορραγικών επεισοδίων ήταν 9,1%. Τα περιστατικά που αναφέρθηκαν ήταν επίσταξη, αιματοχεσία, αιμάτωμα, μετεγχειρητική αιμορραγία και δερματική αιμορραγία (1,8% έκαστο). Δεν αναφέρθηκαν περιστατικά ενδοκρανιακής αιμορραγίας σε ασθενείς με χρόνια GvHD.
Λοιμώξεις
Στις πιλοτικές μελέτες φάσης 3 για την MF, ουρολοίμωξη βαθμού 3 ή 4 αναφέρθηκε στο 1,0% των ασθενών, έρπητας ζωστήρας στο 4,3% και φυματίωση στο 1,0%. Σε κλινικές μελέτες φάσης 3, η σηψαιμία αναφέρθηκε σε 3,0% των ασθενών. Μια εκτεταμένη παρακολούθηση των ασθενών που έκαναν θεραπεία με ρουξολιτινίμπη δεν κατέδειξε αυξητική τάση στη συχνότητα εμφάνισης της σηψαιμίας με την πάροδο του χρόνου.
Στην τυχαιοποιημένη περίοδο της φάσης 3 μελέτης σε ασθενείς με PV, αναφέρθηκε ένα συμβάν (0,5%) ουρολοίμωξης βαθμού 3 κατά CTCAE και κανένα συμβάν βαθμού 4. Το ποσοστό εμφάνισης έρπητα ζωστήρα ήταν παρόμοιο στους ασθενείς με PV (4,3%) και στους ασθενείς με MF (4,0%). Αναφέρθηκε μια περίπτωση μεθερπητικής νευραλγίας βαθμού 3 κατά CTCAE μεταξύ των ασθενών με PV. Πνευμονία αναφέρθηκε σε 0,5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ρουξολιτινίμπη σε σύγκριση με 1,6% των ασθενών στις θεραπείες αναφοράς. Κανένας ασθενής στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης δεν ανέφερε σηψαιμία ή φυματίωση.
Κατά τη μακροχρόνια παρακολούθηση των φάσης 3 κλινικών μελετών στην PV, οι συχνά αναφερόμενες λοιμώξεις ήταν ουρολοίμωξη (11,8%), έρπητας ζωστήρας (14,7%) και πνευμονία (7,1%). Σηψαιμία αναφέρθηκε σε 0,6% των ασθενών. Κανένας ασθενής δεν ανάφερε φυματίωση κατά τη μακρόχρονη παρακολούθηση.
Στη φάσης 3 μελέτη της οξείας GvHD (REACH2), κατά την περίοδο σύγκρισης, αναφέρθηκαν ουρολοιμώξεις στο 9,9% (βαθμού ≥3, 3,3%) των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με 10,7% (βαθμού ≥3, 6,0%) στο σκέλος της ΒΑΤ. Αναφέρθηκαν λοιμώξεις CMV στο 28,3% (βαθμού ≥3, 9,3%) των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με 24,0% (βαθμού ≥3, 10,0%) στο σκέλος της ΒΑΤ. Περιστατικά σηψαιμίας αναφέρθηκαν στο 12,5% (βαθμού ≥3, 11,1%) των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με 8,7% (βαθμού ≥3, 6,0%) στο σκέλος της ΒΑΤ. Αναφερθήκε λοίμωξη από ιό ΒΚ μόνο στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε 3 ασθενείς με ένα περιστατικό βαθμού 3. Κατά την εκτεταμένη παρακολούθηση των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ρουξολιτινίμπη, αναφέρθηκαν ουρολοιμώξεις στο 17,9% (βαθμού ≥3, 6,5%) των ασθενών και CMV λοιμώξεις αναφέρθηκαν στο 32,3% (βαθμού ≥3, 11,4%) των ασθενών. CMV λοίμωξη με συμμετοχή οργάνου παρουσιάστηκε σε πάρα πολύ λίγους ασθενείς. CMV κολίτιδα, CMV εντερίτιδα και CMV γαστρεντερική λοίμωξη οποιουδήποτε βαθμού αναφέρθηκαν σε τέσσερις, δύο και έναν ασθενή, αντίστοιχα. Αναφέρθηκαν περιστατικά σηψαιμίας οποιουδήποτε βαθμού, περιλαμβανομένης της σηπτικής καταπληξίας, στο 25,4% (βαθμού ≥3, 21,9%) των ασθενών. Περιστατικά ουρολοιμώξεων και σηψαιμίας αναφέρθηκαν με χαμηλότερη συχνότητα σε
παιδιατρικούς ασθενείς με οξεία GvHD (9,8% έκαστο) σε σύγκριση με τους ενήλικες και εφήβους ασθενείς. Λοιμώξεις με CMV αναφέρθηκαν σε 31,4% των παιδιατρικών ασθενών (βαθμού 3, 5,9%).
Στη φάσης 3 μελέτη της χρόνιας GvHD (REACH3), κατά την περίοδο σύγκρισης, αναφέρθηκαν ουρολοιμώξεις στο 8,5% (βαθμού ≥3, 1,2%) των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με 6,3% (βαθμού ≥3, 1,3%) στο σκέλος της ΒΑΤ. Αναφέρθηκε λοίμωξη από ιό ΒΚ στο 5,5% (βαθμού ≥3, 0,6%) των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με 1,3% στο σκέλος της ΒΑΤ. Αναφέρθηκαν λοιμώξεις CMV στο 9,1% (βαθμού ≥3, 1,8%) των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με 10,8% (βαθμού ≥3, 1,9%) στο σκέλος της ΒΑΤ. Περιστατικά σηψαιμίας αναφέρθηκαν στο 2,4% (βαθμού ≥3, 2,4%) των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με 6,3% (βαθμού ≥3, 5,7%) στο σκέλος της ΒΑΤ. Κατά την εκτεταμένη παρακολούθηση των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ρουξολιτινίμπη, αναφέρθηκαν ουρολοιμώξεις και λοιμώξεις από ιό ΒΚ στο 9,3% (βαθμού ≥3, 1,3%) και 4,9% (βαθμού ≥3, 0,4%) των ασθενών, αντίστοιχα. Αναφέρθηκαν CMV λοιμώξεις και περιστατικά σηψαιμίας στο 8,8% (βαθμού ≥3, 1,3%) και 3,5% (βαθμού ≥3, 3,5%) των ασθενών, αντίστοιχα. Στους παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια GvHD, ουρολοιμώξεις αναφέρθηκαν σε 5,5% (βαθμού 3, 1,8%) των ασθενών και λοίμωξη με τον ιό BK αναφέρθηκε σε 1,8% (όχι βαθμού ≥3) των ασθενών. Λοιμώξεις με CMV παρατηρήθηκαν σε 7,3% (όχι βαθμού ≥3) των ασθενών.
Αυξημένη λιπάση
Κατά την περίοδο τυχαιοποίησης της μελέτης RESPONSE, η επιδείνωση των τιμών λιπάσης ήταν υψηλότερη στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης συγκριτικά με το σκέλος ελέγχου, κυρίως λόγω των διαφορών μεταξύ του βαθμού 1 αυξήσεων (18,2% έναντι 8,1%). Οι αυξήσεις βαθμού ≥2 ήταν παρόμοιες μεταξύ των δύο θεραπευτικών σκελών. Στη RESPONSE 2, οι συχνότητες ήταν συγκρίσιμες αναμεταξύ του σκέλους ρουξολιτινίμπης και ελέγχου (10,8% έναντι 8%). Κατά τη μακρόχρονη παρακολούθηση των φάσης 3 PV μελετών, το 7,4% και 0,9% των ασθενών ανέφεραν αυξήσεις λιπάσης βαθμού 3 και βαθμού 4. Δεν αναφέρθηκαν σε αυτούς τους ασθενείς σημεία και συμπτώματα παγκρεατίτιδας ταυτόχρονα με τις αυξημένες τιμές λιπάσης.
Στις μελέτες φάσης 3 στη MF, οι αυξημένες τιμές λιπάσης αναφέρθηκαν σε 18,7% και 19,3% των ασθενών στα σκέλη της ρουξολιτινίμπης συγκριτικά με 16,6% και 14,0% στα σκέλη ελέγχου στις μελέτες COMFORT-I και COMFORT-II, αντίστοιχα. Στους ασθενείς με αυξημένες τιμές λιπάσης, δεν αναφέρθηκαν ταυτόχρονα σημεία και συμπτώματα παγκρεατίτιδας.
Στην περίοδο σύγκρισης της φάσης 3 μελέτης της οξείας GvHD (REACH2), έχουν αναφερθεί νέες ή επιδεινωμένες τιμές λιπάσης στο 19,7% των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με 12,5% στο σκέλος της ΒΑΤ. Οι ανάλογες βαθμού 3 (3,1% έναντι 5,1%) και βαθμού 4 (0% έναντι 0,8%) αυξήσεις ήταν όμοιες. Κατά την εκτεταμένη παρακολούθηση των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ρουξολιτινίμπη, αναφέρθηκαν αυξημένες τιμές λιπάσης σε 32,2% των ασθενών, βαθμού 3 και 4 παρατηρήθηκαν στο 8,7% και 2,2% των ασθενών, αντίστοιχα. Αυξημένη λιπάση αναφέρθηκε σε 20,4% των παιδιατρικών ασθενών (βαθμού 3 και 4: 8,5% και 4,1%, αντίστοιχα).
Στην περίοδο σύγκρισης της φάσης 3 μελέτης της χρόνιας GvHD (REACH3), έχουν αναφερθεί νέες ή επιδεινωμένες τιμές λιπάσης στο 32,1% των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με 23,5% στο σκέλος της ΒΑΤ. Οι ανάλογες βαθμού 3 (10,6% έναντι 6,2%) και βαθμού 4 (0,6% έναντι 0%) αυξήσεις ήταν παρόμοιες. Κατά την εκτεταμένη παρακολούθηση των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ρουξολιτινίμπη, αναφέρθηκαν αυξημένες τιμές λιπάσης σε 35,9% των ασθενών, βαθμού 3 και 4 παρατηρήθηκαν στο 9,5% και 0,4% των ασθενών, αντίστοιχα. Αυξημένη λιπάση αναφέρθηκε με χαμηλότερη συχνότητα (20,4%, βαθμού 3 και 4: 3,8% και 1,9%, αντίστοιχα) σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Αυξημένη συστολική πίεση αίματος
Στις πιλοτικές κλινικές μελέτες φάσης 3 στη MF παρατηρήθηκε μια αύξηση 20 mmHg ή περισσότερο σε σχέση με την αρχική συστολική πίεση του αίματος, σε 31,5% των ασθενών σε τουλάχιστον μια επίσκεψη συγκριτικά με 19,5% των ασθενών σε θεραπεία ελέγχου. Στην COMFORT-I (ασθενείς MF) η μέση αύξηση της συστολικής πίεσης αίματος με βάση την αρχική ήταν 0 έως 2 mmHg με ρουξολιτινίμπη έναντι μιας μείωσης 2 έως 5 mmHg στο σκέλος με εικονικό φάρμακο. Στην COMFORT-II οι μέσες τιμές έδειξαν μικρή διαφορά μεταξύ των ασθενών με MF σε θεραπεία με ρουξολιτινίμπη και των ασθενών με MF σε θεραπεία ελέγχου.
Κατά την τυχαιοποιημένη περίοδο της πιλοτικής μελέτης σε ασθενείς με PV, η μέση συστολική αρτηριακή πίεση αυξήθηκε κατά 0,65 mmHg στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης έναντι μιας μείωσης κατά 2 mmHg στο σκέλος της BAT.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικοί ασθενείς
Έγινε ανάλυση για την ασφάλεια σε ένα σύνολο 106 ασθενών ηλικίας 2 έως <18 ετών με GvHD: 51 ασθενείς (45 ασθενείς στη REACH4 και 6 ασθενείς στη REACH2) σε μελέτες οξείας GvHD και
55 ασθενείς (45 ασθενείς στη REACH5 και 10 ασθενείς στη REACH3) σε μελέτες χρόνιας GvHD. Το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε στους παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ρουξολιτινίμπη ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στους ενήλικες ασθενείς.
Ηλικιωμένοι
Έγινε ανάλυση για την ασφάλεια σε ένα σύνολο 29 ασθενών στη μελέτη REACH2 και 25 ασθενών στη μελέτη REACH3 ηλικίας >65 ετών που έλαβαν θεραπεία με ρουξολιτινίμπη. Συνολικά, δεν ταυτοποιήθηκαν νέες ανησυχίες για την ασφάλεια και το προφίλ ασφάλειας των ασθενών >65 ετών είναι γενικά συνεπές με αυτό των ασθενών ηλικίας 18 έως 65 ετών.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562, Χολαργός, Αθήνα, Τηλ.: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.
Δεν υπάρχει γνωστό αντίδοτο για υπερδοσολογίες με τη ρουξολιτινίμπη. Εφάπαξ δόσεις μέχρι 200 mg έχουν χορηγηθεί με αποδεκτή οξεία ανοχή. Η χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων που είναι υψηλότερες από τη συνιστώμενη σχετίζεται με αυξημένη μυελοκαταστολή, που περιλαμβάνει λευκοπενία, αναιμία και θρομβοπενία. Θα πρέπει να χορηγείται κατάλληλη υποστηρικτική αγωγή.
Η αιμοδιύλιση δεν αναμένεται να ενισχύσει την αποβολή της ρουξολιτινίμπης.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - JAKULYA 20MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλαστικοί παράγοντες, αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01EJ01
Μηχανισμός δράσης
Η ρουξολιτινίμπη είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας των σχετιζόμενων με τις κινάσες Janus Associated Kinases (JAKs) JAK1 και JAK2 (τιμές IC50 της τάξεως των 3,3 nM και 2,8 nM για τα ένζυμα JAK1 και JAK2, αντίστοιχα). Αυτές μεσολαβούν στη σηματοδότηση ενός αριθμού κυτοκινών και αυξητικών παραγόντων οι οποίοι είναι σημαντικοί για την αιμοποίηση και την ανοσοποιητική λειτουργία.
Η MF και η PV είναι μυελοϋπερπλαστικές νεοπλασίες οι οποίες είναι γνωστό ότι συσχετίζονται με απορρύθμιση της μεταγωγής σημάτων των JAK1 και JAK2. Η βάση για την απορρύθμιση πιστεύεται ότι περιλαμβάνει υψηλά επίπεδα κυκλοφορουσών κυτοκινών τα οποία ενεργοποιούν την οδό JAK-STAT, μεταλλάξεις που οδηγούν σε υπερλειτουργία, όπως JAK2V617F και αδρανοποίηση αρνητικών ρυθμιστικών μηχανισμών. Οι ασθενείς με MF παρουσιάζουν απορυθμισμένη μεταγωγή σημάτων ανεξάρτητα από την
κατάσταση μεταλλάξεων JAK2V617F. Μεταλλάξεις ενεργοποίησης στο JAK2 (V617F ή εξώνιο 12) ανευρίσκονται σε >95% των ασθενών με PV.
Η ρουξολιτινίμπη αναστέλλει τη μεταγωγή σημάτων JAK-STAT και τον πολλαπλασιασμό κυτταρικών μοντέλων αιματολογικών κακοηθειών που εξαρτώνται από κυτοκίνες, καθώς επίσης και των κυττάρων Ba/F3 που έχουν καταστεί ανεξάρτητα των κυτοκινών εκφράζοντας τη μεταλλαγμένη πρωτεΐνη JAK2V617F, με IC50 που κυμαίνεται από 80 έως 320 nM.
Οι οδοί μεταγωγής σημάτων JAK-STAT παίζουν έναν ρόλο στη ρύθμιση της ανάπτυξης, τον πολλαπλασιασμό και την ενεργοποίηση αρκετών τύπων ανοσοποιητικών κυττάρων που είναι σημαντικά για την παθογένεση της GvHD.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η ρουξολιτινίμπη αναστέλλει την προκαλούμενη από την κυτοκίνη φωσφορυλίωση STAT3 στο ολικό αίμα υγιών ατόμων, ασθενών με MF και ασθενών με PV. Η ρουξολιτινίμπη οδήγησε σε μέγιστη αναστολή της φωσφορυλίωσης STAT3 2 ώρες μετά τη χορήγηση, η οποία επανήλθε κοντά στην αρχική τιμή σε 8 ώρες τόσο στα υγιή άτομα όσο και στους ασθενείς με MF, υποδηλώνοντας ότι δεν υπήρχε συσσώρευση ούτε του μητρικού φαρμάκου ούτε των ενεργών μεταβολιτών.
Οι αρχικές αυξήσεις σε φλεγμονώδεις δείκτες που σχετίζονται με ιδιοσυγκρασιακά συμπτώματα, όπως ο TNFα, η IL-6 και η CRP σε άτομα με MF, μειώθηκαν μετά από θεραπεία με ρουξολιτινίμπη. Οι ασθενείς με MF με την πάροδο του χρόνου δεν έγιναν ανθεκτικοί στις φαρμακοδυναμικές επιδράσεις της θεραπείας με ρουξολιτινίμπη. Ομοίως, οι ασθενείς με PV, επίσης, παρουσιάζονται με αρχικές αυξήσεις σε φλεγμονώδεις δείκτες και αυτοί οι δείκτες μειώθηκαν κατόπιν θεραπείας με ρουξολιτινίμπη.
Σε μια ενδελεχή μελέτη του QT σε υγιή άτομα, δεν υπήρχε καμία ένδειξη δράσης της ρουξολιτινίμπης όσον αφορά την παράταση του QT/QTc με χορήγηση εφάπαξ δόσεων έως το υπερθεραπευτικό επίπεδο των
200 mg, υποδεικνύοντας ότι η ρουξολιτινίμπη δεν έχει καμία επίδραση στην καρδιακή επαναπόλωση. Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Μυελοΐνωση
Διεξήχθηκαν δύο τυχαιοποιημένες μελέτες φάσης 3 (COMFORT-I και COMFORT-II) σε ασθενείς με MF (πρωτοπαθή MF, MF μετά από αληθή πολυκυτταραιμία, ή MF μετά από ιδιοπαθή θρομβοκυττάρωση). Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς παρουσίασαν ψηλαφητή σπληνομεγαλία τουλάχιστον 5 cm κάτω από το όριο του πλευρικού τόξου και ενδιάμεση κατηγορία κινδύνου-2 ή υψηλού κινδύνου με βάση τα Κριτήρια Ομοφωνίας της Διεθνούς Ομάδας Εργασίας (IWG). Η δόση έναρξης της ρουξολιτινίμπης βασίστηκε στον αριθμό των αιμοπεταλίων. Ασθενείς με αριθμό αιμοπεταλίων ≤100.000/mm3 δεν πληρούσαν την προϋπόθεση για συμμετοχή στις μελέτες COMFORT, αλλά 69 ασθενείς συμμετείχαν στη μελέτη EXPAND, μια φάσης 1b, ανοικτής επισήμανσης μελέτη εύρεσης δοσολογίας σε ασθενείς με MF (πρωτοπαθή MF, MF μετά από αληθή πολυκυτταραιμία ή MF μετά από ιδιοπαθή θρομβοκυττάρωση) και βασικό αριθμό αιμοπεταλίων ≥50.000 και <100.000/mm3.
Η COMFORT-I ήταν μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 309 ασθενείς οι οποίοι ήταν ανθεκτικοί ή δεν ήταν υποψήφιοι για τη διαθέσιμη θεραπεία. Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό των ατόμων που πέτυχε ≥35% μείωση του αρχικού όγκου του σπλήνα κατά την εβδομάδα 24, όπως μετρήθηκε με Μαγνητική Τομογραφία (MRI) ή Αξονική Τομογραφία (CT).
Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν τον χρόνο διατήρησης μιας μείωσης ≥35% του αρχικού όγκου του σπλήνα, το ποσοστό των ασθενών που παρουσίασαν ≥50% μείωση στην ολική βαθμολογία των συμπτωμάτων, μεταβολές της ολικής βαθμολογίας των συμπτωμάτων από την αρχική έως την εβδομάδα 24, όπως μετρήθηκε με το τροποποιημένο ημερολόγιο – Έντυπο Αξιολόγησης Συμπτωμάτων MF (MFSAF) v2.0, καθώς και τη συνολική επιβίωση.
Η COMFORT-II ήταν μια ανοικτής επισήμανσης, τυχαιοποιημένη μελέτη που περιελάμβανε 219 ασθενείς. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1, ώστε να λάβουν ρουξολιτινίμπη έναντι της καλύτερης διαθέσιμης θεραπείας. Στο σκέλος με την καλύτερη διαθέσιμη θεραπεία, το 47% των ασθενών έλαβε υδροξυουρία και το 16% των ασθενών έλαβε γλυκοκορτικοειδή. Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό των ατόμων που πέτυχε μείωση ≥35% του αρχικού όγκου του σπλήνα κατά την εβδομάδα 48, όπως αξιολογήθηκε με MRI ή CT.
Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν το ποσοστό των ασθενών που πέτυχε μείωση ≥35% του όγκου του σπλήνα από τον αρχικό την εβδομάδα 24 και ο χρόνος διατήρησης μιας μείωσης ≥35% από τον αρχικό όγκο του σπλήνα.
Στην COMFORT-I και COMFORT-II, τα βασικά δημογραφικά και τα σχετικά με τη νόσο χαρακτηριστικά των ασθενών ήταν συγκρίσιμα μεταξύ των σκελών της θεραπείας.
Πίνακας 8 Ποσοστό ασθενών με μείωση ≥35% του αρχικού όγκου του σπλήνα κατά την εβδομάδα 24 στην COMFORT-I και κατά την εβδομάδα 48 στην COMFORT-II (ITT)
| COMFORT-I | COMFORT-IΙ | |||
| Ρουξολιτινίμπη (N=155) | Εικονικό φάρμακο (Ν=153) | Ρουξολιτινίμπη (Ν=144) | Καλύτερη διαθέσιμη θεραπεία (Ν=72) | |
| Χρονικά σημεία | Εβδομάδα 24 | Εβδομάδα 48 | ||
| Αριθμός (%) των ατόμων με όγκο σπλήνα μειωμένο κατά ≥35% | 65 (41,9) | 1 (0,7) | 41 (28,5) | 0 |
| 95% διαστήματαεμπιστοσύνης | 34,1, 50,1 | 0, 3,6 | 21,3, 36,6 | 0,0, 5,0 |
| p-τιμή | <0,0001 | <0,0001 | ||
Ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ασθενών στην ομάδα της ρουξολιτινίμπης πέτυχε μείωση ≥35% του αρχικού όγκου του σπλήνα (Πίνακας 8), ανεξάρτητα από την παρουσία ή απουσία της μετάλλαξης JAK2V617F (Πίνακας 9) ή τον υπότυπο της νόσου (πρωτοπαθής MF, MF μετά από αληθή πολυκυτταραιμία, MF μετά από ιδιοπαθή θρομβοκυττάρωση).
Πίνακας 9 Ποσοστό ασθενών με μείωση ≥35% του αρχικού όγκου του σπλήνα με βάση την κατάσταση μετάλλαξης JAK (ρύθμιση ασφαλείας)
| COMFORT-I | COMFORT-II | |||||||
| Ρουξολιτινίμπη | Εικονικό φάρμακο | Ρουξολιτινίμπη | Καλύτερη διαθέσιμη θεραπεία | |||||
| Κατάσταση μετάλλαξηςJAK | Θετικό (N=113)n (%) | Αρνητικό (N=40)n (%) | Θετικό (N=121)n (%) | Αρνητικό (N=27)n (%) | Θετικό (N=110)n (%) | Αρνητικό (N=35)n (%) | Θετικό (N=49)n (%) | Αρνητικό (N=20)n (%) |
| Αριθμός (%) ασθενών με μείωση του όγκου του σπλήνα κατά≥35% | 54(47,8) | 11(27,5) | 1(0,8) | 0 | 36(32,7) | 5(14,3) | 0 | 0 |
| Χρονικό σημείο | Μετά από 24 εβδομάδες | Μετά από 48 εβδομάδες | ||||||
Η πιθανότητα διατήρησης της ανταπόκρισης του σπλήνα (≥35% μείωση) στη ρουξολιτινίμπη για τουλάχιστον 24 εβδομάδες ήταν 89% στην COMFORT-I και 87% στην COMFORT-II. Το 52% διατήρησε την ανταπόκριση του σπλήνα για τουλάχιστον 48 εβδομάδες στην COMFORT-II.
Στην COMFORT-I, το 45,9% των ασθενών στην ομάδα της ρουξολιτινίμπης πέτυχαν ≥50% βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας των συμπτωμάτων την εβδομάδα 24 (μετράται με τη χρήση του ημερολογίου MFSAF v2.0) σε σχέση με την έναρξη της μελέτης, σε σύγκριση με το 5,3% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p<0,0001 με χρήση του ελέγχου x2). Η μέση μεταβολή της γενικής κατάστασης της υγείας την εβδομάδα 24, βάσει EORTC QLQ C30, ήταν +12,3 για τη ρουξολιτινίμπη και -3,4 για το εικονικό φάρμακο (p<0,0001).
Στην COMFORT-I, μετά από μια διάμεση παρακολούθηση 34,3 μηνών, το ποσοστό θανάτων στους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης ήταν 27,1% έναντι 35,1% στους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν εικονικό φάρμακο, HR 0,687, 95% CI 0,459-1,029, p=0,0668.
Στην COMFORT-I, μετά από μια διάμεση παρακολούθηση 61,7 μηνών, το ποσοστό θανάτων στους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης ήταν 44,5% (69 από 155 ασθενείς) έναντι 53,2% (82 από 154) σε ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν εικονικό φάρμακο. Ο κίνδυνος θανάτου μειώθηκε κατά 31% στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (HR 0,69, 95% CI 0,50-0,96, p=0,025).
Στην COMFORT-ΙI, μετά από μια διάμεση παρακολούθηση 34,7 μηνών, το ποσοστό θανάτων στους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν ρουξολιτινίμπη ήταν 19,9% έναντι 30,1% στους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν τη βέλτιστη διαθέσιμη θεραπεία (BAT), HR 0,48, 95% CI 0,28-0,85, p=0,009. Και στις δύο μελέτες, τα χαμηλότερα ποσοστά θανάτων που σημειώθηκαν στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης προέκυψαν κυρίως από τα αποτελέσματα που ελήφθησαν από τις υποομάδες μετά από αληθή πολυκυτταραιμία και μετά από ιδιοπαθή θρομβοκυττάρωση.
Στην COMFORT-ΙI, μετά από μια διάμεση παρακολούθηση 55,9 μηνών, το ποσοστό θανάτων στους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης ήταν 40,4% (59 από 146 ασθενείς) έναντι 47,9% (35 από 73 ασθενείς) σε ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν τη βέλτιστη διαθέσιμη θεραπεία (BAT). Ο κίνδυνος θανάτου μειώθηκε κατά 33% στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με το σκέλος της BAT (HR 0,67, 95% CI 0,44-1,02, p=0,062).
Aληθής πολυκυτταραιμία
Διεξήχθη μια τυχαιοποιημένη, ανοικτής επισήμανσης, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, μελέτη φάσης 3 (RESPONSE) σε 222 ασθενείς με PV, οι οποίοι εμφάνιζαν αντοχή ή δυσανεξία σε υδροξυουρία, που ορίζεται με βάση τα δημοσιευμένα κριτήρια της διεθνούς ομάδας εργασίας του Ευρωπαϊκού Δικτύου για τη Λευχαιμία (ELN). 110 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης και 112 ασθενείς στο σκέλος της BAT. Η δόση έναρξης ρουξολιτινίμπη είναι 10 mg χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως. Εν συνεχεία, οι δόσεις προσαρμόστηκαν σε κάθε ασθενή με βάση την ανοχή και την αποτελεσματικότητα με μέγιστη δόση τα 25 mg χορηγούμενα δύο φορές ημερησίως. Η BAT επιλέχθηκε από τον ερευνητή σε ατομική βάση για κάθε ασθενή και περιελάμβανε υδροξυουρία (59,5%), ιντερφερόνη/πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη (11,7%), αναγρελίδη (7,2%), πιποβρωμάνη (1,8) και παρατήρηση (15,3%).
Τα αρχικά δημογραφικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά της νόσου ήταν συγκρίσιμα μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας. Η διάμεση ηλικία ήταν 60 έτη (εύρος 33 έως 90 έτη). Οι ασθενείς στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης είχαν διάγνωση PV για διάμεσο χρονικό διάστημα 8,2 ετών και είχαν λάβει στο παρελθόν υδροξυουρία για διάμεσο χρονικό διάστημα 3 ετών περίπου. Οι περισσότεροι ασθενείς (>80%) είχαν υποβληθεί σε τουλάχιστον δύο φλεβοτομές τις τελευταίες 24 εβδομάδες πριν από την προκαταρκτική αξιολόγηση. Συγκριτικά δεδομένα σχετικά με τη μακροχρόνια επιβίωση και τη συχνότητα εμφάνισης επιπλοκών της νόσου δεν υπάρχουν.
Το κύριο σύνθετο καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν τόσο απουσία καταλληλότητας για διενέργεια φλεβοτομής (έλεγχος HCT) όσο και ≥35% μείωση του όγκου του σπλήνα την εβδομάδα 32 σε σχέση με την έναρξη της μελέτης. Η καταλληλότητα για φλεβοτομή ορίστηκε ως επιβεβαιωμένος HCT >45%, δηλ. τουλάχιστον 3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από τον HCT που λήφθηκε κατά την έναρξη της μελέτης ή επιβεβαιωμένος HCT >48%, ανάλογα με το ποια τιμή ήταν χαμηλότερη. Τα κύρια δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν το κύριο καταληκτικό σημείο και παρέμειναν χωρίς εξέλιξη την εβδομάδα 48, καθώς επίσης και το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν πλήρη αιματολογική ύφεση την εβδομάδα 32.
Η μελέτη πέτυχε τον κύριο στόχο της και ένα μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών στην ομάδα της ρουξολιτινίμπης πέτυχαν το κύριο σύνθετο καταληκτικό σημείο και κάθε ένα από τα επιμέρους στοιχεία του. Σημαντικά περισσότεροι ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με ρουξολιτινίμπη (23%) πέτυχαν κύρια ανταπόκριση (p<0,0001) σε σύγκριση με τη BAT (0,9%). Έλεγχος του αιματοκρίτη επιτεύχθηκε από το 60% των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με το 18,8% στο σκέλος της BAT και μείωση του όγκου του σπλήνα ≥35% επιτεύχθηκε από το 40% των ασθενών στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με το 0,9% στο σκέλος της BAT (Εικόνα 1).
Επετεύχθησαν, επίσης, και τα δύο βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία. Το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ρουξολιτινίμπη και πέτυχαν πλήρη αιματολογική ύφεση ήταν 23,6% σε σύγκριση με το 8,0% που έλαβαν BAT (p=0,0013) και το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ρουξολιτινίμπη και πέτυχαν διαρκή κύρια ανταπόκριση την εβδομάδα 48 ήταν 20% σε σύγκριση με το 0,9% που έλαβαν BAT (p<0,0001).
Εικόνα 1 Ασθενείς που πέτυχαν το κύριο καταληκτικό σημείο και στοιχεία του κύριου καταληκτικού σημείου την εβδομάδα 32
Η επιβάρυνση από τα συμπτώματα αξιολογήθηκε με τη χρήση του ηλεκτρονικού ημερολογίου του ασθενούς της συνολικής βαθμολογίας συμπτωμάτων (TSS) MPN-SAF, το οποίο αποτελούταν από 14 ερωτήσεις. Την εβδομάδα 32, το 49% και το 64% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με ρουξολιτινίμπη πέτυχαν ≥50% μείωση της TSS-14 και TSS-5, αντίστοιχα, σε σύγκριση με μόνο το 5% και το 11% των ασθενών που έλαβαν BAT.
Η αντίληψη του θεραπευτικού οφέλους μετρήθηκε με το ερωτηματολόγιο Συνολικής Εντύπωσης του Ασθενούς για τη Μεταβολή (PGIC). Το 66% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με ρουξολιτινίμπη σε σύγκριση με το 19% που αντιμετωπίστηκαν με BAT ανέφεραν βελτίωση μόλις τέσσερις εβδομάδες μετά από την έναρξη της θεραπείας. Η βελτίωση της αντίληψης του θεραπευτικού οφέλους ήταν, επίσης, υψηλότερη στους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με ρουξολιτινίμπη την εβδομάδα 32 (78% έναντι 33%).
Έχουν διεξαχθεί πρόσθετες αναλύσεις από τη μελέτη RESPONSE για να εκτιμηθεί η διάρκεια της ανταπόκρισης κατά την εβδομάδα 80 και την εβδομάδα 256 μετά την τυχαιοποίηση. Από τους 25 ασθενείς που είχαν πετύχει κύρια ανταπόκριση κατά την εβδομάδα 32, οι 3 ασθενείς είχαν παρουσιάσει εξέλιξη κατά την εβδομάδα 80 και οι 6 ασθενείς κατά την εβδομάδα 256. Η πιθανότητα διατήρησης της ανταπόκρισης από την εβδομάδα 32 έως την εβδομάδα 80 και την εβδομάδα 256 ήταν 92% και 74%, αντίστοιχα (βλ.
Πίνακα 10).
Πίνακας 10 Διάρκεια κύριας ανταπόκρισης κατά τη μελέτη RESPONSE
| Εβδομάδα 32 | Εβδομάδα 80 | Εβδομάδα 256 |
| Κύρια ανταπόκριση κατά την εβδομάδα 32* n/N (%) | 25/110 (23%) | δ/ε | δ/ε |
| Ασθενείς που διατήρησαντην κύρια ανταπόκριση | δ/ε | 22/25 | 19/25 |
| Πιθανότητα διατήρησης της κύριας ανταπόκρισης | δ/ε | 92% | 74% |
| * Με βάση τα κριτήρια του κύριου σύνθετου καταληκτικού σημείου: απουσία καταλληλότητας για διενέργεια φλεβοτομής (έλεγχος HCT) και μια ≥35% μείωση στον όγκο του σπλήνα από την αρχική.δ/ε: δεν εφαρμόζεται. | |||
Διεξήχθη μια δεύτερη τυχαιοποιημένη, ανοικτής επισήμανσης, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, μελέτη φάσης 3β (RESPONSE 2) σε 149 ασθενείς με PV, οι οποίοι εμφάνιζαν αντοχή ή δυσανεξία σε υδροξυουρία, αλλά χωρίς ψηλαφητή σπληνομεγαλία. Το κύριο καταληκτικό σημείο που ορίστηκε ως το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν έλεγχο HCT (απουσία καταλληλότητας για διενέργεια φλεβοτομής) κατά την εβδομάδα 28 επιτεύχθηκε (62,2% στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης έναντι 18,7% στο σκέλος της BAT). Το δευτερεύον καταληκτικό σημείο που ορίστηκε ως το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν πλήρη αιματολογική ύφεση κατά την εβδομάδα 28, επίσης, επιτεύχθηκε (23,0% στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης έναντι 5,3% στο σκέλος της BAT).
Νόσος μοσχεύματος έναντι ξενιστή (GvHD)
Δύο τυχαιοποιημένες φάσης 3, ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρικές μελέτες διερεύνησαν τη ρουξολιτινίμπη σε ασθενείς 12 ετών και άνω με οξεία GvHD (REACH2) και χρόνια GvHD (REACH3) μετά από αλλογενή μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (alloSCT) και ανεπαρκή ανταπόκριση στα κορτικοστεροειδή και/ή άλλες συστημικές θεραπείες. Η δόση έναρξης της ρουξολιτινίμπης ήταν 10 mg δύο φορές ημερησίως.
Οξεία νόσος μοσχεύματος έναντι ξενιστή
Στη REACH2, 309 ασθενείς με βαθμού II έως IV οξείας GvHD με αντίσταση στα κορτικοστεροειδή τυχαιοποιήθηκαν 1:1 σε ρουξολιτινίμπη ή ΒΑΤ. Οι ασθενείς κατηγοροποιήθηκαν με βάση τη σοβαρότητα της οξείας GvHD κατά τη χρονική στιγμή της τυχαιοποίησης. Η αντίσταση στα κορτικοστεροειδή καθορίστηκε όταν οι ασθενείς είχαν εξέλιξη μετά από τουλάχιστον 3 ημέρες, απέτυχε η επίτευξη ανταπόκρισης μετά από 7 ημέρες ή απέτυχε η βαθμιαία μείωση των κορτικοστεροειδών.
Η BAT επιλέχθηκε από τον ερευνητή σε ατομική βάση για κάθε ασθενή και περιελάμβανε σφαιρίνη αντι-θυμοκυττάρων (ATG), εξωσωματική φωτοφαίρεση (ECP), μεσεγχυματικά στρωματικά κύτταρα (MSC), χαμηλή δόση μεθοτρεξάτης (ΜΤΧ), μυκοφαινολάτη μοφετίλ (MMF), αναστολείς mTOR (εβερόλιμους ή σιρόλιμους), ετανερσέπτη ή ινφλιξιμάμπη.
Επιπρόσθετα στη ρουξολιτινίμπη ή στη ΒΑΤ, οι ασθενείς μπορούσαν να λαμβάνουν την τυπική υποστηρικτική αγωγή της αλλογενούς μεταμόσχευσης αρχέγονων κυττάρων, περιλαμβανομένων των αντι-μολυσματικών φαρμακευτικών προϊόντων και την υποστήριξη μετάγγισης. Η ρουξολιτινίμπη προστέθηκε στη συνεχή χρήση κορτικοστεροειδών και/ή αναστολέων της καλσινευρίνης (CNI), όπως η κυκλοσπορίνη ή το τακρόλιμους και/ή τοπικές ή εισπνεόμενες θεραπείες με κορτικοστεροειδή, σύμφωνα με τις θεσμικές κατευθυντήριες γραμμές.
Οι ασθενείς που λάμβαναν προηγουμένως μια άλλη συστημική θεραπεία εκτός των κορτικοστεροειδών και CNI για την οξεία GvHD πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να συμμετέχουν στη μελέτη. Επιπρόσθετα με τα κορτικοστεροειδή και τους CNI, επιτρεπόταν η συνέχιση της λήψης του προηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος για την οξεία GvHD μόνο έαν η χρήση του ήταν για σκοπούς προφύλαξης από την οξεία GvHD (δηλ. η αγωγή είχε ξεκινήσει πριν από τη διάγνωση της οξείας GvHD), σύμφωνα με την κοινή ιατρική πρακτική.
Οι ασθενείς σε ΒΑΤ μπορούσαν να περάσουν σε ρουξολιτινίμπη μετά την ημέρα 28 εάν πληρούσαν τα ακόλουθα κριτήρια:
-
Αποτυχία επίτευξης του ορισμού απόκρισης κύριου καταληκτικού σημείου (πλήρης ανταπόκριση [CR] ή μερική ανταπόκριση [PR]) κατά την ημερα 28, Ή
-
Έπειτα από απώλεια ανταπόκρισης και επίτευξη των κριτηρίων εξέλιξης, ανάμεικτη ανταπόκριση ή καθόλου αναπόκριση, καθιστώντας απαραίτητη νέα πρόσθετη συστημική ανοσοκατασταλτική θεραπεία για την οξεία GvHD, ΚΑΙ
-
Δεν είχαν σημεία/συμπτώματα χρόνιας GvHD.
Η βαθμιαία μείωση της ρουξολιτινίμπης ήταν επιτρεπτή μετά την επίσκεψη κατά την ημέρα 56 για τους ασθενείς με ανταπόκριση στη θεραπεία.
Τα αρχικά δημογραφικά και χαρακτηριστικά της νόσου ήταν ισορροπημένα μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας. Η διάμεση ηλικία ήταν 54 έτη (εύρος 12 έως 73 ετών). Η μελέτη περιλάμβανε 2,9% έφηβους, 59,2% άνδρες και 68,9% λευκούς ασθενείς. Η πλειοψηφία των ασθενών που έλαβαν μέρος είχαν κακοήθη υποκείμενη νόσο.
Η σοβαρότητα της οξείας GvHD ήταν βαθμού ΙΙ σε 34% και 34%, βαθμού ΙΙΙ σε 46% και 47% και βαθμού IV σε 20% και 19% στη ρουξολιτινίμπη και ΒΑΤ σκέλος, αντίστοιχα.
Οι λόγοι της ανεπαρκούς ανταπόκρισης των ασθενών στα κορτικοστεροείδή στα σκέλη ρουξολιτινίμπης και ΒΑΤ ήταν 1) αποτυχία επίτευξης ανταπόκρισης μετά από 7 ημέρες θεραπείας με κορτικοστεροείδή (46,8% και 40,6%, αντίστοιχα), 2) αποτυχία βαθμιαίας μείωσης της δόσης των κορτικοστεροειδών (30,5% και 31,6%, αντίστοιχα) ή 3) εξέλιξη της νόσου μετά από 3 ημέρες θεραπείας (22,7% και 27,7%, αντίστοιχα).
Μεταξύ όλων των ασθενών, τα πιο συνήθη όργανα εμπλεκόμενα με την οξεία GvHD ήταν το δέρμα (54,0%) και ο κάτωτερος γαστρεντερικός σωλήνας (68,3%). Περισσότεροι ασθενείς στο σκέλος ρουξολιτινίμπης είχαν οξεία GvHD σχετική με επιδερμίδα (60,4%) και ήπαρ (23,4%) σε σύγκριση με το ΒΑΤ σκέλος (δέρμα: 47,7% και ήπαρ: 16,1%).
Οι πιο συνήθεις συστημικές θεραπείες για την οξεία GvHD που χρησιμοποιούνταν προηγουμένως ήταν τα κορτικοστεροειδή+CNIs (49,4% στο σκέλος ρουξολιτινίμπης και 49,0% στο σκέλος ΒΑΤ).
Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ORR) κατά την ημέρα 28, που ορίστηκε ως το μερίδιο των ασθενών σε κάθε σκέλος με μια ολική ανταπόκριση (OR) ή μερική ανταπόκριση (PR) χωρίς την αναγκαιότητα επιπρόσθετων συστημικών θεραπειών για μια προγενέστερη εξέλιξη, ανάμεικτη ανταπόκριση ή καθόλου ανταπόκριση, με βάση την αξιολόγηση του ερευνητή ακολουθώντας τα κριτήρια από Harris et al. (2016).
Το σημαντικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό των ασθενών που κατάφεραν μια CR ή PR κατά την ημέρα 28 και διατήρησαν μια CR ή PR κατά την ημέρα 56.
Η REACH2 πέτυχε τον κύριο στόχο της. Το ORR κατά την ημέρα 28 της θεραπείας ήταν ηψηλότερο στο σκέλος ρουξολιτινίμπης (62,3%) συγκριτικά με το ΒΑΤ σκέλος (39,4%). Υπήρχε μια στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των θεραπευτικών σκελών (στρωματοποιημένη δοκιμασία Cochran-Mantel-Haenszel p<0,0001, αμφίπλευρη, OR: 2,64, 95% CI: 1,65, 4,22).
Υπήρχε, επίσης, ένα μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με πλήρη ανταπόκριση στο σκέλος της ρουξολιτινίμπης (34,3%) συγκριτικά με το ΒΑΤ σκέλος (19,4%).
Το ORR κατά την ημέρα 28 ήταν 76% για βαθμού ΙΙ GvHD, 56% για βαθμού ΙIΙ GvHD και 53% για βαθμού IV GvHD στο σκέλος ρουξολιτινίμπης και 51% για βαθμού ΙΙ GvHD, 38% για βαθμού ΙIΙ GvHD και 23% για βαθμού IV GvHD στο σκέλος ΒΑΤ.
Ανάμεσα στους ασθενείς χωρίς ανταπόκριση κατά την ημέρα 28 στα σκέλη ρουξολιτινίμπης και ΒΑΤ, 2,6% και 8,4% είχαν εξέλιξη της νόσου, αντίστοιχα.
Τα συνολικά αποτελέσματα παρουσιάζονται στον Πίνακα 11.
Πίνακας 11 Ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης κατά την ημέρα 28 στη REACH2
| Ρουξολιτινίμπη N=154 | BAT N=155 | |||
| n (%) | 95% CI | n (%) | 95% CI | |
| Συνολική ανταπόκριση | 96 (62,3) | 54,2, 70,0 | 61 (39,4) | 31,6, 47,5 |
| OR (95% CI) | 2,64 (1,65, 4,22) | |||
| p-τιμή (αμφίπλευρη) | p <0,0001 | |||
| Πλήρης ανταπόκριση | 53 (34,4) | 30 (19,4) | ||
| Μερική ανταπόκριση | 43 (27,9) | 31 (20,0) | ||
Η μελέτη πέτυχε το σημαντικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο με βάση την ανάλυση των πρωτογενών δεδομένων. Το διαρκές ORR κατά την ημέρα 56 ήταν 39,6% (95% CI: 31,8, 47,8) στο σκέλος ρουξολιτινίμπης και 21,9% (95% CI: 15,7, 29,3) στο σκέλος ΒΑΤ. Υπήρχε μια στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο θεραπευτικών σκελών (OR: 2,38, 95% CI: 1,43, 3,94, p=0,0007). Το ποσοστό των ασθενών με CR ήταν 26,6% στο σκέλος ρουξολιτινίμπης έναντι 16,1% στο σκέλος ΒΑΤ. Συνολικά,
49 ασθενείς (31,6%) που αρχικά είχαν τυχαιοποιηθεί στο σκέλος ΒΑΤ μεταφέρθηκαν στο σκέλος ρουξολιτινίμπης.
Χρόνια νόσος μοσχεύματος έναντι ξενιστή
Στη REACH3, 329 ασθενείς με ήπια ή σοβαρή χρόνια GvHD με αντίσταση στα κορτικοστεροειδή τυχαιοποιήθηκαν 1:1 σε ρουξολιτινίμπη ή ΒΑΤ. Οι ασθενείς στρωματοποιήθηκαν με βάση τη σοβαρότητα της χρόνιας GvHD κατά τη χρονική στιγμή της τυχαιοποίησης. Η αντίσταση στα κορτικοστεροειδή καθορίστηκε όταν οι ασθενείς είχαν έλλειψη ανταπόκρισης ή εξέλιξη της νόσου μετά από 7 ημέρες ή είχαν επιμονή της νόσου για 4 εβδομάδες ή απέτυχε η βαθμιαία μείωση των κορτικοστεροειδών δύο φορές.
Η BAT επιλέχθηκε από τον ερευνητή σε ατομική βάση για κάθε ασθενή και περιελάμβανε εξωσωματική φωτοφαίρεση (ECP), χαμηλή δόση μεθοτρεξάτης (ΜΤΧ), μυκοφαινολάτη μοφετίλ (MMF), αναστολείς mTOR (εβερόλιμους ή σιρόλιμους), ινφλιξιμάμπη, ριτουξιμάμπη, πεντοστατίνη, ιματινίμπη ή ιμπρουτινίμπη.
Επιπρόσθετα της ρουξολιτινίμπης ή της ΒΑΤ, οι ασθενείς μπορούσαν να λαμβάνουν την τυπική υποστηρικτική αγωγή της αλλογενούς μεταμόσχευσης αρχέγονων κυττάρων, περιλαμβανομένων των αντι-μολυσματικών φαρμακευτικών προϊόντων και την υποστήριξη μετάγγισης. Η συνεχής χρήση κορτικοστεροειδών και CNIs, όπως η κυκλοσπορίνη ή το τακρόλιμους και τοπικές ή εισπνεόμενες θεραπείες με κορτικοστεροειδή, ήταν επιτρεπτές σύμφωνα με τις θεσμικές κατευθυντήριες γραμμές.
Οι ασθενείς που λάμβαναν προηγουμένως μια άλλη συστημική θεραπεία εκτός των κορτικοστεροείδών και/ή CNI για τη χρόνια GvHD πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να συμμετέχουν στη μελέτη. Επιπρόσθετα με τα κορτικοστεροειδή και τους CNI, επιτρεπόταν η συνέχιση της λήψης του προηγούμενου συστημικού φαρμακευτικού προϊόντος μόνο έαν η χρήση του ήταν για σκοπούς προφύλαξης από τη χρόνια GvHD (δηλ. η αγωγή είχε ξεκινήσει πριν από τη διάγνωση της χρόνιας GvHD), σύμφωνα με την κοινή ιατρική πρακτική.
Οι ασθενείς σε ΒΑΤ μπορούσαν να περάσουν σε ρουξολιτινίμπη κατά την ημέρα 169 και μετά, λόγω της εξέλιξης της νόσου, ανάμεικτη ανταπόκριση ή αμετάβλητη ανταπόκριση, λόγω τοξικότητας στη ΒΑΤ ή λόγω έξαρσης της χρόνιας GvHD.
Η αποτελεσματικότητα σε ασθενείς που παρουσιάζουν μετάβαση από οξεία GvHD σε χρόνια GvHD χωρίς τη βαθμιαία μείωση των κορτικοστεροειδών και οποιασδήποτε συστημικής θεραπείας δεν είναι γνωστή. Η αποτελεσματικότητα στην οξεία ή χρόνια GvHD μετά από έγχυση λεμφοκυττάρων δότη (DLI) και σε ασθενείς που δεν είχαν ανοχή στη θεραπεία με στεροειδή δεν είναι γνωστή.
Η βαθμιαία μείωση της ρουξολιτινίμπης ήταν επιτρεπτή μετά την επίσκεψη κατά την ημέρα 169.
Τα αρχικά δημογραφικά και χαρακτηριστικά της νόσου ήταν ισορροπημένα μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας. Η διάμεση ηλικία ήταν 49 έτη (εύρος 12 έως 76 ετών). Η μελέτη περιλάμβανε 3,6% έφηβους,
61,1% άνδρες και 75,4% καυκάσιους ασθενείς. Η πλειοψηφία των ασθενών που έλαβαν μέρος είχαν κακοήθη υποκείμενη νόσο.
Η σοβαρότητα της χρόνιας GvHD με αντίσταση στα κορτικοστεροειδή κατά τη διάγνωση ήταν ισορροπημένη μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας, με 41% και 45% ήπια και 59% και 55% σοβαρή στο σκέλος ρουξολιτινίμπης και ΒΑΤ, αντίστοιχα.
Η ανεπαρκής ανταπόκριση στα κορτικοστεροείδή στο σκέλος ρουξολιτινίμπης και ΒΑΤ χαρακτηρίστηκε από 1) αποτυχία επίτευξης ανταπόκρισης ή εξέλιξη της νόσου μετά από θεραπεία με κορτικοστεροειδή για τουλάχιστον 7 ημέρες σε 1 mg/kg/ημέρα ισοδύναμα πρεδνιζόνης (37,6% και 44,5%, αντίστοιχα), 2) επιμονή της νόσου μετά από 4 εβδομάδες σε 0,5 mg/kg/ημέρα (35,2% και 25,6%, αντίστοιχα) ή 3) εξάρτηση από τα κορτικοστεροειδή (27,3% και 29,9%, αντίστοιχα).
Μεταξύ όλων των ασθενών, το 73% και 45% είχαν εμπλοκή δέρματος και πνεύμονα στο σκέλος ρουξολιτινίμπης σε σύγκριση με το 69% και 41% στο σκέλος ΒΑΤ.
Οι πιο συνήθεις συστημικές θεραπείες για τη χρόνια GvHD που χρησιμοποιούνταν προηγουμένως ήταν μόνο τα κορτικοστεροειδή (43% στο σκέλος ρουξολιτινίμπης και 49% στο σκέλος ΒΑΤ) και κορτικοστεροειδή+CNIs (41% των ασθενών στο σκέλος ρουξολιτινίμπης και 42% στο σκέλος ΒΑΤ).
Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν ORR κατά την ημέρα 169, που ορίστηκε ως το ποσοστό των ασθενών σε κάθε σκέλος με μια CR ή μια PR χωρίς την αναγκαιότητα επιπρόσθετων συστημικών θεραπειών για μια προγενέστερη εξέλιξη, ανάμεικτη ανταπόκριση ή καθόλου ανταπόκριση, με βάση την αξιολόγηση του ερευνητή ακολουθώντας τα κριτήρια των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας (NIH).
Ένα σημαντικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η επιβίωση χωρίς αποτυχία (FFS), ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο χρόνου, ενσωματώνοντας το πρωιμότερο από τα ακόλουθα γεγονότα: 1) υποτροπή ή επανεμφάνιση υποκείμενης νόσου ή θάνατος εξαιτίας υποκείμενης νόσου, 2) μη υποτροπιάζουσα θνησιμότητα ή 3) προσθήκη ή έναρξη μιας άλλης συστημικής θεραπείας για τη χρόνια GvHD.
Η REACH3 πέτυχε τον κύριο στόχο της. Κατά τη στιγμή της πρωτογενούς ανάλυσης (καταληκτική ημερομηνία δεδομένων: 08-Μαΐου-2020), η ORR κατά την εβδομάδα 24 ήταν ηψηλότερη στο σκέλος ρουξολιτινίμπης (49,7%) συγκριτικά με το σκέλος ΒΑΤ (25,6%). Υπήρχε μια στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των θεραπευτικών σκελών (στρωματοποιημένη δοκιμασία Cochran-Mantel-Haenszel p<0,0001, αμφίπλευρη, OR: 2,99, 95% CI: 1,86, 4,80). Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στον Πίνακα 12.
Ανάμεσα στους ασθενείς χωρίς ανταπόκριση κατά την ημέρα 169 στα σκέλη ρουξολιτινίμπης και ΒΑΤ, 2,4% και 12,8% είχαν εξέλιξη της νόσου, αντίστοιχα.
Πίνακας 12 Ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης κατά την ημέρα 169 στη REACH3
| Ρουξολιτινίμπη N=165 | BAT N=164 | |||
| n (%) | 95% CI | n (%) | 95% CI | |
| Συνολική ανταπόκριση | 82 (49,7) | 41,8, 57,6 | 42 (25,6) | 19,1, 33,0 |
| OR (95% CI) | 2,99 (1,86, 4,80) | |||
| p-τιμή (αμφίπλευρη) | p <0,0001 | |||
| Πλήρης ανταπόκριση | 11 (6,7) | 5 (3,0) | ||
| Μερική ανταπόκριση | 71 (43,0) | 37 (22,6) | ||
Το σημαντικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο, FFS, παρουσίασε μια στατιστικά σημαντική 63% μείωση ρίσκου της ρουξολιτινίμπης έναντι της ΒΑΤ (HR: 0,370, 95% CI: 0,268, 0,510, p<0,0001). Στους 6-μήνες, η πλειοψηφία των περιστατικών FFS ήταν «πρόσθετη ή έναρξη μιας άλλης συστημικής θεραπείας για τη GvHD» (πιθανότητα για αυτό το περιστατικό ήταν 13,4% έναντι 48,5% για τα σκέλη ρουξολιτινίμπης και ΒΑΤ, αντίστοιχα). Τα αποτελέσματα για την «υποτροπή υποκείμενης νόσου» και μη υποτροπιάζουσα θνησιμότητα (NMR) ήταν 2,46% έναντι 2,57% και 9,19% έναντι 4,46%, στα σκέλη ρουξολιτινίμπης και
ΒΑΤ, αντίστοιχα. Δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά στα αθροιστικά περιστατικά μεταξύ των θεραπευτικών σκελών κατά την εστίαση μόνο στη NMR.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τη ρουξολιτινίμπη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία της MF και της PV. Στους παιδιατρικούς ασθενείς με GvHD ηλικίας άνω των 2 ετών, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ρουξολιτινίμπης υποστηρίζεται από τα στοιχεία από τις τυχαιοποιημένες μελέτες φάσης 3, REACH2 και REACH3 και από τις ανοικτής επισήμανσης, ενός σκέλους μελέτες φάσης 2 REACH4 και REACH5 (βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση). Ο ενός σκέλους σχεδιασμός δεν απομονώνει τη συνεισφορά της ρουξολιτινίμπης στη συνολική αποτελεσματικότητα.
Οξεία νόσος μοσχεύματος έναντι ξενιστή
Στη REACH4, 45 παιδιατρικοί ασθενείς με βαθμού II έως IV οξεία GvHD υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ρουξολιτινίμπη και κορτικοστεροειδή +/- CNIs για να αξιολογηθεί η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα και η φαρμακοκινητική της ρουξολιτινίμπης. Οι ασθενείς συμμετείχαν σε 4 ομάδες με βάση την ηλικία (Ομάδα 1 [≥12 ετών έως <18 ετών, Ν=18], Ομάδα 2 [≥6 ετών έως <12 ετών, Ν=12], Ομάδα 3 [≥2 ετών έως <6 ετών, Ν=15] και Ομάδα 4 [≥28 ημερών έως <2 ετών, Ν=0]).
Οι δόσεις που δοκιμάστηκαν ήταν 10 mg δύο φορές ημερησίως για την Ομάδα 1, 5 mg δύο φορές ημερησίως για την Ομάδα 2 και 4 mg/m2 δύο φορές ημερησίως για την Ομάδα 3 και οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία για 24 εβδομάδες ή μέχρι τη διακοπή. Η ρουξολιτινίμπη χορηγήθηκε είτε ως 5 mg δισκίο ή κάψουλα/πόσιμο διάλυμα για παιδιατρικούς ασθενείς <12 ετών.
Οι ασθενείς συμμετείχαν με κατάσταση νόσου είτε ανθεκτική στα στεροειδή ή πρωτοθεραπευόμενη. Οι ασθενείς θεωρήθηκαν ανθεκτικοί στα στεροειδή με βάση τις θεσμικές κατευθυντήριες γραμμές ή την απόφαση του ιατρού στην περίπτωση που οι θεσμικές κατευθυντήριες γραμμές δεν ήταν διαθέσιμες και τους επιτράπηκε να λάβουν όχι περισσότερες από μια επιπρόσθετη προηγούμενη συστημική θεραπεία για οξεία GvHD επιπρόσθετα με κορτικοστεροειδή. Οι ασθενείς θεωρήθηκαν πρωτοθεραπευόμενοι εάν δεν είχαν λάβει οποιαδήποτε προηγούμενη συστημική θεραπεία για οξεία GvHD (εκτός από 72 ωρών κατά το μέγιστο προηγούμενη συστημική θεραπεία μεθυλπρεδνισολόνης ή ισοδύναμης μετά την έναρξη της οξείας GvHD). Επιπρόσθετα της ρουξολιτινίμπης, οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή και/ή CNI (κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους) και θεραπείες με τοπικά κορτικοστεροειδήήταν, επίσης, επιτρεπτές με βάση τις θεσμικές κατευθυντήριες γραμμές. Στη REACH4, 40 ασθενείς (88,9%) έλαβαν ταυτόχρονα CNIs. Οι ασθενείς θα μπορούσαν, επίσης, να είχαν λάβει τυπική υποστηρικτική αγωγή της αλλογενούς μεταμόσχευσης αρχέγονων κυττάρων, περιλαμβανομένων των αντι-μολυσματικών φαρμακευτικών προϊόντων και την υποστήριξη μετάγγισης. Η ρουξολιτινίμπη επρόκειτο να διακοπεί σε περίπτωση έλλειψης ανταπόκρισης στη θεραπεία για οξεία GvHD κατά την ημέρα 28.
Η βαθμιαία μείωση της ρουξολιτινίμπης ήταν επιτρεπτή μετά την επίσκεψη κατά την ημέρα 56.
Οι άνδρες και γυναίκες ασθενείς αποτελούσαν το 62,2% (n=28) και το 37,8% (n=17) των ασθενών, αντίστοιχα. Συνολικά, 27 ασθενείς (60,0%) είχαν υποκείμενη κακοήθεια, συχνότερα λευχαιμία (26 ασθενείς, 57,8%). Μεταξύ των 45 παδιατρικών ασθενών που συμμετείχαν στη REACH4, 13 (28,9%) είχαν πρωτοθεραπευόμενη οξεία GvHD και 32 (71,1%) είχαν ανθεκτική στα στεροειδή οξεία GvHD. Αρχικά, 64,4% των ασθενών είχαν βαθμού II, 26,7% είχαν βαθμού III και 8,9% είχαν βαθμού IV οξεία GvHD.
Το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ORR) κατά την ημέρα 28 (κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας) στη REACH4 ήταν 84,4% (90% CI: 72,8, 92,5) σε όλους τους ασθενείς, με CR σε 48,9% των ασθενών και PR σε 35,6% των ασθενών. Όσον αφορά την κατάσταση πριν από τη θεραπεία, το ORR κατά την ημέρα 28 ήταν 90,6% σε ανθεκτικούς στα στεροειδή (SR) ασθενείς.
Το ποσοστό διαρκούς ORR κατά την ημέρα 56 (δευτερεύον καταληκτικό σημείο) υπολογισμένο από την αναλογία των ασθενών που πέτυχαν CR και PR κατά την ημέρα 28 και διατήρησαν CR ή PR κατά την ημέρα 56 ήταν 66,7% σε όλους τους ασθενείς στη REACH4 και 68,8% σε SR ασθενείς.
Χρόνια νόσος μοσχεύματος έναντι ξενιστή
Στη REACH5, 45 παιδιατρικοί ασθενείς με ήπια ή σοβαρή χρόνια GvHD υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ρουξολιτινίμπη και κορτικοστεροειδή +/- CNIs για να αξιολογηθεί η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα και η φαρμακοκινητική της θεραπείας με ρουξολιτινίμπη. Οι ασθενείς συμμετείχαν σε 4 ομάδες με βάση την ηλικία (Ομάδα 1 [≥12 ετών έως <18 ετών, Ν=22], Ομάδα 2 [≥6 ετών έως <12 ετών, Ν=16], Ομάδα 3
[≥2 ετών έως <6 ετών, Ν=7] και Ομάδα 4 [≥28 ημερών έως <2 ετών, Ν=0]). Οι δόσεις που δοκιμάστηκαν ήταν 10 mg δύο φορές ημερησίως για την Ομάδα 1, 5 mg δύο φορές ημερησίως για την Ομάδα 2 και
4 mg/m2 δύο φορές ημερησίως για την Ομάδα 3 και οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία για
39 κύκλους/156 εβδομάδες ή μέχρι τη διακοπή. Η ρουξολιτινίμπη χορηγήθηκε είτε ως 5 mg δισκίο ή πόσιμο διάλυμα για παιδιατρικούς ασθενείς <12 ετών.
Οι ασθενείς συμμετείχαν με κατάσταση νόσου είτε ανθεκτική στα στεροειδή ή πρωτοθεραπευόμενη. Οι ασθενείς θεωρήθηκαν ανθεκτικοί στα στεροειδή με βάση τις θεσμικές κατευθυντήριες γραμμές ή την απόφαση του ιατρού στην περίπτωση που οι θεσμικές κατευθυντήριες γραμμές δεν ήταν διαθέσιμες και τους επιτράπηκε να λάβουν επιπρόσθετη προηγούμενη συστημική θεραπεία για χρόνια GvHD επιπρόσθετα με κορτικοστεροειδή. Οι ασθενείς θεωρήθηκαν πρωτοθεραπευόμενοι εάν δεν είχαν λάβει οποιαδήποτε προηγούμενη συστημική θεραπεία για χρόνια GvHD (εκτός από 72 ωρών κατά το μέγιστο προηγούμενη συστημική θεραπεία μεθυλπρεδνισολόνης ή ισοδύναμης μετά την έναρξη της χρόνιας GvHD). Επιπρόσθετα της ρουξολιτινίμπης, οι ασθενείς συνέχισαν τη χρήση συστημικών κορτικοστεροειδών και/ή CNI (κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους) και θεραπείες με τοπικά κορτικοστεροειδή ήταν, επίσης, επιτρεπτές με βάση τις θεσμικές κατευθυντήριες γραμμές. Στη REACH5, 23 ασθενείς (51,1%) έλαβαν ταυτόχρονα CNIs. Οι ασθενείς θα μπορούσαν, επίσης, να είχαν λάβει τυπική υποστηρικτική αγωγή της αλλογενούς μεταμόσχευσης αρχέγονων κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των αντι-μολυσματικών φαρμακευτικών προϊόντων και την υποστήριξη μετάγγισης. Η ρουξολιτινίμπη επρόκειτο να διακοπεί σε περίπτωση έλλειψης ανταπόκρισης στη θεραπεία για χρόνια GvHD κατά την ημέρα 169.
Η βαθμιαία μείωση της ρουξολιτινίμπης ήταν επιτρεπτή μετά την επίσκεψη κατά την ημέρα 169. Οι άνδρες και γυναίκες ασθενείς αποτελούσαν το 64,4% (n=29) και το 35,6% (n=16) των ασθενών,
αντίστοιχα, με 30 ασθενείς (66,7%) με ιστορικό νόσου υποκείμενης κακοήθειας πριν από τη μεταμόσχευση, συχνότερα λευχαιμία (27 ασθενείς, 60%).
Μεταξύ των 45 παδιατρικών ασθενών που συμμετείχαν στη REACH5, 17 (37,8%) ασθενείς είχαν πρωτοθεραπευόμενη χρόνια GvHD και 28 (62,2%) ασθενείς είχαν SR χρόνια GvHD. Η νόσος ήταν σοβαρή σε 62,2% των ασθενών και ήπια σε 37,8% των ασθενών. Τριάντα ένας (68,9%) ασθενείς είχα προσβολή του δέρματος, δεκαοκτώ (40%) είχαν προσβολή του στόματος και δεκατέσσερις (31,1%) είχαν προσβολή του πνεύμονα.
Το ORR κατά την ημέρα 169 (κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας) ήταν 40% (90% CI: 27,7, 53,3) σε όλους τους παιδιατρικούς ασθενείς στη REACH5 και 39,3% σε SR ασθενείς.
Απορρόφηση
Η ρουξολιτινίμπη, σύμφωνα με το Σύστημα Βιοφαρμακευτικής Ταξινόμησης (BCS), είναι μια ουσία κατηγορίας 1, με χαρακτηριστικά υψηλής διαπερατότητας, υψηλής διαλυτότητας και ταχείας διάλυσης. Σε κλινικές μελέτες, η ρουξολιτινίμπη απορροφάται γρήγορα μετά την από στόματος χορήγηση με τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) να επιτυγχάνεται περίπου 1 ώρα μετά τη δόση. Σύμφωνα με μια μελέτη ισορροπίας ανθρώπινης μάζας, η από στόματος απορρόφηση της ρουξολιτινίμπης, ως ρουξολιτινίμπη ή ως οι μεταβολίτες που σχηματίζονται κατά την πρώτη δίοδο είναι 95% ή μεγαλύτερη. Η μέση συγκέντρωση Cmax και η ολική έκθεση (AUC) αυξήθηκαν ανάλογα σε ένα δοσολογικό εύρος 5 έως 200 mg. Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική μεταβολή στη φαρμακοκινητική της ρουξολιτινίμπης κατά τη χορήγηση με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Η μέση συγκέντρωση Cmax ήταν μέτρια μειωμένη (24%), ενώ η μέση AUC ήταν σχεδόν αμετάβλητη (4% αύξηση) κατά τη χορήγηση με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά.
Κατανομή
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση σε ασθενείς με MF και PV είναι 75 λίτρα,
67,5 λίτρα στους εφήβους και ενήλικες ασθενείς με οξεία GvHD και 60,9 λίτρα στους εφήβους και ενήλικες ασθενείς με χρόνια GvHD. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 30 λίτρα σε παιδιατρικούς ασθενείς με οξεία ή χρόνια GvHD και με επιφάνεια σώματος (BSA) κάτω του 1 m2. Σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις της ρουξολιτινίμπης, το ποσοστό δέσμευσης στις πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro ανέρχεται περίπου στο 97%, κυρίως στην αλβουμίνη. Μια μελέτη αυτοραδιογραφίας σε ολόκληρο το σώμα που διενεργήθηκε σε αρουραίους κατέδειξε ότι η ρουξολιτινίμπη δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Βιομετασχηματισμός
Η ρουξολιτινίμπη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4 (>50%), με επιπλέον συνεισφορά από το CYP2C9. Η μητρική ουσία είναι η επικρατέστερη στο ανθρώπινο πλάσμα, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 60% του υλικού που σχετίζεται με το φάρμακο στην κυκλοφορία. Στο πλάσμα υπάρχουν δύο σημαντικοί και ενεργοί μεταβολίτες που αντιπροσωπεύουν το 25% και 11% της μητρικής AUC. Οι μεταβολίτες αυτοί έχουν το ένα δεύτερο έως το ένα πέμπτο της μητρικής φαρμακολογικής δράσης που σχετίζεται με JAK. Το συνολικό άθροισμα όλων των ενεργών μεταβολιτών συμβάλλει στο 18% της συνολικής φαρμακοδυναμικής της ρουξολιτινίμπης. Σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις, η ρουξολιτινίμπη δεν αναστέλλει τα CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 ή το CYP3A4 και δεν είναι ισχυρός επαγωγέας των CYP1A2, CYP2B6 ή CYP3A4, σύμφωνα με μελέτες in vitro. In vitro δεδομένα υποδηλώνουν πως η ρουξολιτινίμπη είναι πιθανό να αναστέλλει τις P-gp και BCRP.
Αποβολή
Η ρουξολιτινίμπη αποβάλλεται κυρίως μέσω του μεταβολισμού. Η μέση ημιζωή για την απομάκρυνση της ρουξολιτινίμπης είναι περίπου 3 ώρες. Μετά από μια εφάπαξ από στόματος δόση [14C]-σημασμένης ρουξολιτινίμπης σε υγιή ενήλικα άτομα, η απομάκρυνση πραγματοποιήθηκε κυρίως μέσω του μεταβολισμού, με το 74% της ραδιενέργειας να εκκρίνεται στα ούρα και το 22% μέσω των κοπράνων. Η αναλλοίωτη μητρική ουσία αντιστοιχούσε σε λιγότερο από 1% της συνολικής ραδιενέργειας που αποβλήθηκε.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η αναλογικότητα των δόσεων καταδείχθηκε σε μελέτες εφάπαξ δόσης και πολλαπλών δόσεων. Ειδικοί πληθυσμοί
Επιδράσεις ηλικίας, φύλου ή φυλής
Με βάση τις μελέτες που διεξήχθησαν σε υγιή άτομα, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της ρουξολιτινίμπης όσον αφορά το φύλο και τη φυλή.
Φαρμακοκινητική πληθυσμού
Σε μια αξιολόγηση φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με MF, δεν καταγράφηκε εμφανής σχέση μεταξύ της από στόματος κάθαρσης και της ηλικίας ή της φυλής του ασθενούς. Η προβλεπόμενη από στόματος κάθαρση ήταν 17,7 l/h στις γυναίκες και 22,1 l/h στους άντρες, με 39% διακύμανση μεταξύ διαφορετικών ασθενών με MF. Η κάθαρση ήταν 12,7 l/h σε ασθενείς με PV, με 42% διακύμανση μεταξύ διαφορετικών ασθενών και δεν σημειώθηκε εμφανής σχέση μεταξύ της από στόματος κάθαρσης και του φύλου, της ηλικίας του ασθενούς ή της φυλής, βάσει μιας αξιολόγησης φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με PV. Η κάθαρση ήταν 10,4 l/h σε εφήβους και ενήλικες ασθενείς με οξεία GvHD και 7,8 l/h σε εφήβους και ενήλικες ασθενείς με χρόνια GvHD, με 49% διακύμανση μεταξύ διαφορετικών ασθενών. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με οξεία ή χρόνια GvHD και με BSA κάτω του 1 m2, η κάθαρση ήταν μεταξύ 6,5 και 7 l/h. Δεν σημειώθηκε εμφανής σχέση μεταξύ της από στόματος κάθαρσης και του φύλου, της ηλικίας του ασθενούς ή της φυλής, βάσει μιας αξιολόγησης φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με GvHD. Σε δόση των 10 mg δύο φορές ημερησίως, η έκθεση αυξήθηκε σε ασθενείς με GvHD με χαμηλή BSA. Σε
υποκείμενα με μια BSA 1 m2, 1,25 m2 και 1,5 m2, η προβλεπόμενη μέση έκθεση (AUC) ήταν 31%, 22% και 12% υψηλότερη από τον τυπικό ενήλικα (1,79 m2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική της ρουξολιτινίμπης στους παιδιατρικούς ασθενείς <18 ετών με MF και PV δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί.
Όπως στους ενήλικες ασθενείς με GvHD, η ρουξολιτινίμπη απορροφήθηκε γρήγορα μετά από στόματος χορήγηση σε παιδιατρικούς ασθενείς με GvHD. Δόση 5 mg δύο φορές ημερησίως σε παιδιά μεταξύ 6 και 11 ετών πέτυχε συγκρίσιμη έκθεση με δόση 10 mg δύο φορές ημερησίως σε εφήβους και ενήλικες με οξεία και χρόνια GvHD, επιβεβαιώνοντας την προσέγγιση έκθεσης αντιστοίχισης που εφαρμόστηκε ως μέρος της υπόθεσης παρεκβολής. Σε παιδιά μεταξύ 2 και 5 ετών με οξεία και χρόνια GvHD, η προσέγγιση έκθεσης αντιστοίχισης πρότεινε δόση 8 mg/m2 δύο φορές ημερησίως.
Η ρουξολιτινίμπη δεν έχει αξιολογηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς με οξεία ή χρόνια GvHD ηλικίας κάτω των 2 ετών, επομένως, έχει χρησιμοποιηθεί μοντελοποίηση που λαμβάνει υπόψη σχετικές με την ηλικία πτυχές σε νεότερους ασθενείς για να προβλέψει την έκθεση σε αυτούς τους ασθενείς, με βάση τα δεδομένα για τους ενήλικες ασθενείς.
Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση συγκεντρωτικού πληθυσμού σε παιδιατρικούς ασθενείς με οξεία και χρόνια GvHD, η κάθαρση της ρουξολιτινίμπης μειώθηκε με μείωση της BSA. Μετά τη διόρθωση για την επίδραση της BSA, άλλοι δημογραφικοί παράγοντες όπως η ηλικία, το σωματικό βάρος και ο δείκτης μάζας σώματος δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση της ρουξολιτινίμπης.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η νεφρική λειτουργία καθορίσθηκε χρησιμοποιώντας τόσο την Τροποποίηση της Δίαιτας στη Νεφρική Νόσο (MDPD) όσο και την κρεατινίνη των ούρων. Μετά από τη χορήγηση εφάπαξ δόσης 25 mg ρουξολιτινίμπης, η έκθεση της ρουξολιτινίμπης ήταν παρόμοια στα άτομα με διάφορους βαθμούς νεφρικής δυσλειτουργίας και στα άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ωστόσο, οι τιμές της AUC πλάσματος για τους μεταβολίτες της ρουξολιτινίμπης έτειναν να εμφανίζουν αυξητική τάση με την αύξηση της σοβαρότητας της νεφρικής δυσλειτουργίας, παρουσιάζοντας πιο σημαντική αύξηση στα άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Δεν είναι γνωστό εάν η αυξημένη έκθεση σε μεταβολίτες αποτελεί ανησυχία για την ασφάλεια. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και με νεφρική νόσο τελικού σταδίου συνιστάται τροποποίηση της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2). Η χορήγηση μόνο κατά τις ημέρες της αιμοδιύλισης μειώνει την εκθέση του μεταβολίτη, αλλά επίσης, και τη φαρμακοδυναμική επίδραση, ειδικότερα στις μέρες ανάμεσα στην αιμοδιύλιση.
Ηπατική δυσλειτουργία
Μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης 25 mg ρουξολιτινίμπης σε ασθενείς με διάφορους βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας, η μέση τιμή της AUC της ρουξολιτινίμπης ήταν αυξημένη στους ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία κατά 87%, 28% και 65%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τους ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Δεν παρατηρήθηκε σαφής σχέση μεταξύ της AUC και του βαθμού ηπατικής δυσλειτουργίας με βάση τις βαθμολογίες Child-Pugh. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της αποβολής ήταν παρατεταμένος στους ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τις ομάδες των υγιών ατόμων (4,1 - 5,0 ώρες έναντι 2,8 ώρες). Στους MF και PVασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία συνιστάται μείωση της δόσης κατά 50% περίπου (βλ. παράγραφο 4.2).
Στους ασθενείς με GvHD με ηπατική δυσλειτουργία που δεν σχετίζεται με τη GvHD, η δόση έναρξης της ρουξολιτινίμπης πρέπει να μειωθεί κατα 50%.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - JAKULYA 20MG/TAB
Μονοϋδρική λακτόζη Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Ποβιδόνη Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη
Άμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο Κολλοειδές άνυδρο πυρίτιο
Στεατικό μαγνήσιο
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
Τα δισκία συσκευάζονται σε Alu/PVdC/PE/PVC κυψέλες μέσα σε κουτί που περιέχει 14, 28, 56, 60, 140 ή 168 δισκία.
Τα δισκία συσκευάζονται σε Alu/PVdC/PE/PVC κυψέλες μονάδων δόσης που περιέχουν 60 ή 140 δισκία. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.