BUATERON PD.SOL.SD 15MG/SINGLE DOSE
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - BUATERON 15MG/SINGLE
Èåñáðåßá äéÜóùóçò ìåôÜ áðü ÷ïñÞãçóç õøçëþí äüóåùí methotrexate óå ðåñéðôþóåéò üðùò ôï ïóôåïóÜñêùìá. Αντιμετώπιση της τοξικότητας που προέρχεται από καθυστερημένη αποβολή της methotrexate ή από υπερβολική λήψη ανταγωνιστών του φυλλικού οξέος, όπως η πυριμεθαμίνη και η τριμεθοπρίμη.
Σε συνδυασμό με 5-FU για την παρηγορική αντιμετώπιση του καρκίνου του ορθού και του παχέος εντέρου. Η leucovorin και η 5-FU δεν πρέπει να αναμιγνύονται κατά την έγχυση γιατί μπορεί να σχηματιστεί ίζημα.
Θεραπεία της μεγαλοβλαστικής αναιμίας που οφείλεται σε έλλειψη του φυλλικού οξέος, όταν δεν είναι δυνατή η θεραπεία από το στόμα.
Η ενέσιμη ξηρή σκόνη και τα ενέσιμα διαλύματα Leucorin, χορηγούνται ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως. Ο ρυθμός της ενδοφλέβιας χορήγησης δεν πρέπει να ξεπερνά τα 160mg/λεπτό. Να μη χορηγείται ενδοραχιαίως.
Διάσωση με leucovorin μετά από θεραπεία με Methotrexate
Οι συνιστώμενες δόσεις για την διάσωση με leucovorin βασίζονται σε δοσολογία methotrexate της τάξης των 12-15 g/m², που χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 4 ωρών. Η διάσωση με leucovorin σε δόση 15 mg (περίπου 10 mg/m²) κάθε 6 ώρες για 10 δόσεις, ξεκινά 24 ώρες μετά την έναρξη της έγχυσης methotrexate. Εάν υπάρχει τοξικότητα στο γαστρεντερικό, ναυτία ή έμετος, η leucovorin θα πρέπει να χορηγείται παρεντερικά (ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως).
Τα επίπεδα της κρεατινίνης και της methotrexate στον ορό θα πρέπει να μετρώνται τουλάχιστον μία φορά την ημέρα. Η χορήγηση της leucovorin, η ενυδάτωση και η αλκαλοποίηση των ούρων (pH 7,0 ή μεγαλύτερο) θα πρέπει να συνεχίζονται μέχρι τα επίπεδα της methotrexate να είναι μικρότερα από 5x10-8 Μ (0,05 μmοl). Η δοσολογία της leucovorin θα πρέπει να ρυθμίζεται, ή να παρατείνεται η διάσωση με leucovorin, ανάλογα με τις
παρακάτω oδηγίες:
ÏÄÇÃÉÅÓ ÃÉÁ ÔÇ ÄÏÓÏËÏÃÉÁ ÊÁÉ ×ÏÑÇÃÇÓÇ ÔÇÓ LEUCOVORIN| Κλινική κατάσταση | Εργαστηριακά ευρήματα | Δόση leucovorin και διάρκεια θεραπείας |
| Φυσιολογική κάθαρση της methotrexate | Επίπεδα methotrexate στον ορό περίπου 10 micromol 24 ώρες μετάτη χορήγηση, 1 micromol μετά 48 ώρες, και λιγότερο από 0,2 micromol στις 72 ώρες. | 15 mg από το στόμα, ενδομυϊκά ή ενδοφλέβια κάθε 6 ώρες για διάστημα 60 ωρών (10 δόσεις που ξεκινούν 24 ώρες μετά την έναρξη της έγχυσης τηςmethotrexate). |
| Όψιμη καθυστέρηση στην αποβολή της methotrexate. | Επίπεδα methotrexate στον ορό άνω των 0,2 micromol στις 72 ώρες και άνω των 0,05 micromol στις 96 ώρες μετά τη χορήγηση. | Συνεχίστε την χορήγηση 15 mg από το στόμα, ενδομυϊκά ή ενδοφλέβια κάθε 6 ώρες, μέχρι τα επίπεδα της methotrexate στον ορό να πέσουν κάτω από τα 0,05micromol. |
| Πρώιμη καθυστέρηση στην αποβολή της methotrexate ή και ένδειξη οξείας νεφρικής βλάβης | Επίπεδα methotrexate στον ορό 50 micromol ή και περισσότερο στις 24 ώρες, ή 5 micromol ή και περισσότερο στις 48 ώρες μετά τη χορήγηση.100% αύξηση των επιπέδων κρεατινίνης στον ορό ή και περισσότερο 24 ώρες μετά τη χορήγηση της methotrexate (π.χ. αύξηση από 0,5 mg/dL στο 1mg/dL ή περισσότερο). | 150 mg ενδοφλέβια κάθε 3 ώρες μέχρι τα επίπεδα methotrexate να είναι μικρότερα από 1 micromol. Κατόπιν συνεχίζουμε με 15 mg ενδοφλέβια κάθε 3 ώρες, μέχρι τα επίπεδα methotrexate να είναι μικρότερα από 0,05 micromol. |
Ασθενείς που έχουν πρώιμη καθυστέρηση στην αποβολή της methotrexate είναι πιθανόν να αναπτύξουν αναστρέψιμη νεφρική ανεπάρκεια. Στους ασθενείς αυτούς, εκτός από την κατάλληλη θεραπεία με leucovorin, απαιτείται συνεχής ενυδάτωση και αλκαλοποίηση των ούρων, καθώς και στενή παρακολούθηση του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών, μέχρι τα επίπεδα methotrexate στον ορό να πέσουν κάτω από 0,05 micromol, και να παρέλθει η νεφρική ανεπάρκεια.
Ìåñéêïß áóèåíåßò åìöáíßæïõí äéáôáñá÷Ýò óôçí êÜèáñóç ôçò methotrexate Þ ôç íåöñéêÞ ëåéôïõñãßá ìåôÜ áðü
÷ïñÞãçóç methotrexate, ïé ïðïßåò åßíáé óçìáíôéêÝò áëëÜ ëéãüôåñï óïâáñÝò áðü åêåßíåò ðïõ ðåñéãñÜöçêáí óôïí ðéï ðÜíù ðßíáêá. Ïé äéáôáñá÷Ýò áõôÝò ìðïñåß íá ó÷åôßæïíôáé Þ ü÷é ìå óçìáíôéêÞ êëéíéêÞ ôïîéêüôçôá. ÅÜí ðáñáôçñçèåß óïâáñÞ êëéíéêÞ ôïîéêüôçôá, ç äéÜóùóç ìå leucovorin èá ðñÝðåé íá ðáñáôáèåß ãéá 24 þñåò åðéðëÝïí (óõíïëéêÜ 14 äüóåéò óå 84 þñåò). Èá ðñÝðåé ðÜíôïôå íá ëáìâÜíåôáé õðüøç ç ðéèáíüôçôá ï áóèåíÞò íá ëáìâÜíåé Üëëá öÜñìáêá ðïõ áëëçëåðéäñïýí ìå ôçí methotrexate (ð.÷. óêåõÜóìáôá ðïõ åðåìâáßíïõí óôçí êÜèáñóç ôçò methotrexate Þ óõíäÝïíôáé ìå ôéò ëåõêùìáôßíåò ôïõ ïñïý) üôáí ðáñáôçñïýíôáé åñãáóôçñéáêÝò äéáôáñá÷Ýò Þ êëéíéêÝò ôïîéêüôçôåò.
Ανεπαρκής κάθαρση της methotrexate ή εσφαλμένη υπερδοσολογία:
Μετά από εσφαλμένη υπερδοσολογία methotrexate, η διάσωση με leucovorin θα πρέπει να αρχίζει το συντομότερο δυνατό. Η διάσωση με leucovorin πρέπει να αρχίζει εντός 24 ωρών από την έναρξη χορήγησης της methotrexate όταν υπάρχει καθυστέρηση της αποβολής, βλέπε "Ιδιαίτερες Προειδοποιήσεις και Προφυλάξεις κατά τη Χρήση".
Θα πρέπει να χορηγείται leucovorin σε δόση 10mg/m² ενδοφλεβίως, ενδομυϊκώς ή από το στόμα ανά 6ωρο, μέχρις ότου τα επίπεδα της methotrexate στον ορό να είναι μικρότερα από 5x10-8 Μ. Αν υπάρχει γαστρεντερική τοξικότητα, ναυτία ή έμετος, η leucovorin θα πρέπει να χορηγείται παρεντερικά. Να μην χορηγείτε τη leucovorin ενδοραχιαίως. Θα πρέπει να
μετρώνται τα επίπεδα κρεατινίνης και methotrexate στον ορό ανά 24ωρα διαστήματα. Αν η 24ωρη κρεατινίνη του ορού έχει αυξηθεί κατά 50% σε σχέση με τα αρχικά, ή αν τα επίπεδα της methotrexate 24 ωρών είναι μεγαλύτερα από 5x10-6 Μ ή τα επίπεδα στις 48 ώρες είναι μεγαλύτερα από 9x10-7 Μ, τότε θα πρέπει να αυξηθεί η δόση της leucovorin στα 100 mg/m² IV κάθε 3 ώρες μέχρι τα επίπεδα της methotrexate να γίνουν μικρότερα από 10-8 Μ.
Θα πρέπει να εφαρμόζουμε ενυδάτωση (3 L/ημέρα) και συγχρόνως αλκαλοποίηση των ούρων με διττανθρακικό νάτριο. Η δόση του διττανθρακικού νατρίου θα πρέπει να ρυθμίζεται έτσι ώστε τα ούρα να διατηρούνται σε pH 7 ή μεγαλύτερο.
Μεγαλοβλαστική αναιμία από έλλειψη φυλλικού οξέος
Χορηγείται έως 1 mg ημερησίως. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι υψηλότερη δοσολογία είναι πιο αποτελεσματική.
Προχωρημένος ορθοκολικός καρκίνος
Η leucovorin χορηγείται σε δόση 200 mg/m² με βραδεία ενδοφλέβια ένεση και σε διάστημα όχι μικρότερο των τριών λεπτών. Κατόπιν χορηγούμε ενδοφλέβια ένεση 5-FU σε δόση 370mg/m².
Η θεραπεία επαναλαμβάνεται κάθε μέρα για 5 ημέρες. Αυτό το 5ήμερο σχήμα θεραπείας μπορεί να επαναλαμβάνεται ανά διαστήματα 4 εβδομάδων (28 ημερών) για 2 κύκλους θεραπείας και μετά να επαναλαμβάνεται ανά 4-5 εβδομάδες (28 έως 35 ημέρες), με την προϋπόθεση ότι ο ασθενής έχει ανανήψει πλήρως από τα τοξικά αποτελέσματα των προηγουμένων κύκλων θεραπείας.
Άλλα προτεινόμενα δοσολογικά σχήματα είναι : λευκοβορίνη 500mg/m2 επιφανείας σώματος σε ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 2 ωρών και 5 FU 600mg/m2 σε ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση ανά εβδομάδα για 6 εβδομάδες. Λευκοβορίνη 20mg/m2 επιφανείας σώματος σε ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση και 5FU 425mg/m2 σε ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση επί 5 ημέρες επαναλαμβανόμενα ανά 4 εβδομάδες.
Στους επόμενους θεραπευτικούς κύκλους, η δοσολογία της 5-FU θα πρέπει να ρυθμίζεται με βάση την ανεκτικότητα του ασθενή στους προηγούμενους κύκλους. Η ημερήσια δοσολογία της 5-FU θα πρέπει να ελαττωθεί κατά 20% στους ασθενείς που παρουσίασαν μέτρια αιματολογική ή γαστρεντερική τοξικότητα στους προηγούμενους κύκλους, και κατά 30% στους ασθενείς που παρουσίασαν σοβαρή τοξικότητα. Στους ασθενείς που δεν παρουσίασαν τοξικότητα στους προηγούμενους κύκλους, η δοσολογία της 5-FU μπορεί να αυξηθεί κατά 10%. Οι δοσολογίες της leucovorin δεν ρυθμίζονται ανάλογα με την τοξικότητα.
Kακοήθης αναιμία και άλλες μεγαλοβλαστικές αναιμίες, που οφείλονται σε έλλειψη βιταμίνης Β12, ή είναι αδιευκρίνιστης αιτιολογίας.
Μπορεί να υπάρξει αιματολογική ύφεση, αλλά οι νευρολογικές εκδηλώσεις θα συνεχίσουν να εξελίσσονται.
Íá ìç ÷ïñçãåßôáé óôçí áíáéìßá ôùí íåïðëáóéþí äéüôé åíäÝ÷åôáé íá åõíïÞóåé ôçí áíÜðôõîç ôïõ üãêïõ.
Óôçí áðü ëÜèïò ÷ïñÞãçóç õðåñâïëéêþí äüóåùí áíôáãùíéóôþí ôïõ öõëëéêïý ïîÝïò ð.÷. methotrexate, èá ðñÝðåé íá
÷ïñçãïýìå ôç leucovorin ôï óõíôïìüôåñï äõíáôüí. Êáèþò áõîÜíåé ôï ÷ñïíéêü äéÜóôçìá ìåôáîý ôçò ÷ïñÞãçóçò ôïõ áíôáãùíéóôÞ ôïõ öõëëéêïý ïîÝïò êáé ôçò ÷ïñÞãçóçò ôçò leucovorin, ìåéþíåôáé ç áðïôåëåóìáôéêüôçôá ôçò leucovorin, óôçí êáôáðïëÝìçóç ôçò ôïîéêüôçôáò. Íá ìçí ÷ïñçãåßôáé åíäïñá÷éáßá.
Είναι απαραίτητη η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων methotrexate στον ορό, έτσι ώστε να καθοριστεί η ιδανική δόση και η διάρκεια της θεραπείας με leucovorin. Καθυστερημένη αποβολή της methotrexate μπορεί να προκληθεί από συσσώρευση υγρού σε τρίτο χώρο του σώματος (π.χ. ασκιτική ή πλευριτική συλλογή), νεφρική ανεπάρκεια, ή ανεπαρκή ενυδάτωση. Στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να ενδείκνυνται υψηλότερες δόσεις leucovorin ή παρατεταμένη χορήγηση.
Λόγω της περιεχόμενης βενζυλικής αλκοόλης σε ορισμένους διαλύτες π.χ. βακτηριοστατικό ενέσιμο ύδωρ που χρησιμοποιείται στην ενέσιμη leucovorin όταν χρησιμοποιούνται δόσεις μεγαλύτερες των 10 mg/m², θα πρέπει να γίνεται ανασύσταση της leucovorin με στείρο ενέσιμο ύδωρ και να χρησιμοποιείται αμέσως, βλέπε "Οδηγίες χρήσης/χειρισμού".
Επειδή το διάλυμα leucovorin περιέχει ασβέστιο, δεν θα πρέπει να ενίουμε ενδοφλεβίως περισσότερα από 160 mg leucovorin ανά λεπτό (16 ml διαλύματος 10 mg/ml, ή 8 ml διαλύματος 20 mg/ml, ανά λεπτό).
Ç leucovorin åíéó÷ýåé ôçí ôïîéêüôçôá ôçò 5-FU. ¼ôáí ôá öÜñìáêá áõôÜ ÷ïñçãïýíôáé ôáõôü÷ñïíá óôçí ðáñçãïñçôéêÞ èåñáðåßá ôïõ ðñï÷ùñçìÝíïõ êáñêßíïõ ôïõ ðá÷Ýïò åíôÝñïõ êáé ôïõ ïñèïý, ç äüóçò ôçò 5-FU èá ðñÝðåé íá åßíáé ÷áìçëüôåñç áðü åêåßíç ðïõ ÷ïñçãåßôáé óõíÞèùò. Ðáñüëá ðïõ ôá ôïîéêÜ öáéíüìåíá, ôá ïðïßá ðáñáôçñïýíôáé óå áóèåíåßò ðïõ õðïâÜëëïíôáé óå èåñáðåßá óõíäõáóìïý leucovorin êáé 5-FU, åßíáé ðïéïôéêþò üìïéá ìå åêåßíá ôá ïðïßá ðáñáôçñïýíôáé óå áóèåíåßò ðïõ õðïâÜëëïíôáé óå ìïíïèåñáðåßá ìå 5-FU, ç ãáóôñåíôåñéêÞ ôïîéêüôçôá (éäéáéôÝñùò óôïìáôßôéäá êáé äéÜññïéá) ðáñáôçñïýíôáé óõ÷íüôåñá êáé ìðïñåß íá åßíáé óïâáñüôåñçò ìïñöÞò êáé ðéï ðáñáôåôáìÝíåò óå áóèåíåßò ðïõ õðïâÜëëïíôáé óå èåñáðåßá ìå ôïí óõíäõáóìü.
Ç èåñáðåõôéêÞ áãùãÞ ìå leucovorin/5-FU äåí ðñÝðåé íá áñ÷ßæåé Þ íá óõíå÷ßæåôáé óå áóèåíåßò ðïõ åìöáíßæïõí óõìðôþìáôá ãáóôñåíôåñéêÞò ôïîéêüôçôáò ïðïéáóäÞðïôå óïâáñüôçôáò, ìÝ÷ñéò üôïõ åîáöáíéóôïýí áõôÜ ôá óõìðôþìáôá. Ïé áóèåíåßò ìå äéÜññïéá èá ðñÝðåé íá ðáñáêïëïõèïýíôáé ìå éäéáßôåñç ðñïóï÷Þ ìÝ÷ñéò üôïõ äéáêïðåß ç äéÜññïéá äéüôé ìðïñåß íá åðÝëèåé ôá÷åßá êëéíéêÞ åðéäåßíùóç Ýùò êáé èÜíáôïò. Ïé çëéêéùìÝíïé Þ êáé åîáóèåíçìÝíïé áóèåíåßò äéáôñÝ÷ïõí ìåãáëýôåñï êßíäõíï óïâáñÞò ãáóôñåíôåñéêÞò ôïîéêüôçôáò.
Σε επιληπτικά παιδιά που λαμβάνουν φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη ή πριμιδόνη, υπάρχει κίνδυνος αύξησης της συχνότητας των σπασμών με leucovorin.
Óå êáñêéíïðáèåßò ðïõ ëáìâÜíïõí leucovorin Ý÷ïõí óðÜíéá áíáöåñèåß åðéëçðôéêÞ êñßóç Þ êáé óõãêïðÞ, óõíÞèùò óå óõíäõáóìü ìå ôç ÷ïñÞãçóç fluoropyrimidine êáé ùò åðß ôï ðëåßóôïí óå áóèåíåßò ìå ìåôáóôÜóåéò ôïõ ÊÍÓ Þ Üëëïõò ðñïäéáèåóéáêïýò ðáñÜãïíôåò. Äåí Ý÷åé ðÜíôùò ôåêìçñéùèåß êÜðïéá áéôéïëïãéêÞ óõó÷Ýôéóç.
Θα πρέπει να προτιμάται η παρεντερική χορήγηση, σε σύγκριση με τη χορήγηση από το στόμα αν υπάρχει πιθανότητα ο ασθενής να κάνει έμετο, ή να μην απορροφήσει τη leucovorin. Η leucovorin δεν έχει καμία επίδραση στις μη αιματολογικές τοξικότητες της methotrexate όπως είναι η νεφροτοξικότητα που οφείλεται στην εναπόθεση του φαρμάκου ή και των μεταβολιτών στους νεφρούς.
Èá ðñÝðåé íá ëáìâÜíåôáé åéäéêÞ öñïíôßäá óôç èåñáðåßá çëéêéùìÝíùí Þ åîáóèåíçìÝíùí áôüìùí ìå ïñèïêïëéêü êáñêßíï êáèþò ïé áóèåíåßò áõôïß äéáôñÝ÷ïõí áõîçìÝíï êßíäõíï óïâáñÞò ôïîéêüôçôáò.Εργαστηριακές εξετάσεις
Ασθενείς που λαμβάνουν leucovorin μετά από θεραπεία methotrexate, συμπεριλαμβανομένης και της υπερδοσολογίας ή της ελαττωμένης κάθαρσης της methotrexate, θα πρέπει να υποβάλλονται σε μετρήσεις των επιπέδων κρεατινίνης και methotrexate του ορού σε 24ωρα διαστήματα. Η δοσολογία της leucovorin θα πρέπει να ρυθμίζεται με βάση τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων, βλέπε "Δοσολογία και Τρόπος Χορήγησης".
Οι ασθενείς σε θεραπεία με το συνδυασμό levoleucovorin/5-FU θα πρέπει να υποβάλλονται σε γενική εξέταση αίματος, με προσδιορισμό των επιμέρους λευκών αιμοσφαιρίων και αιμοπεταλίων, πριν από κάθε θεραπεία.
Κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων κύκλων θεραπείας η γενική εξέταση αίματος και η μέτρηση των επιμέρους λευκοκυττάρων και αιμοπεταλίων θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε εβδομάδα και στη συνέχεια μια φορά σε κάθε κύκλο θεραπείας, κατά τον χρόνο του
αναμενόμενου ναδίρ του αριθμού των λευκοκυττάρων.
Θα πρέπει να διενεργείται έλεγχος των ηλεκτρολυτών και της ηπατικής λειτουργίας πριν από κάθε θεραπεία τους τρεις πρώτους κύκλους θεραπείας, και στη συνέχεια πριν από κάθε δεύτερο κύκλο.
Ïé ñõèìßóåéò óôç äïóïëïãßá ôçò 5-FU èá ðñÝðåé íá äéåíåñãïýíôáé ùò áêïëïýèùò, ìå âÜóç ôéò ðéï óïâáñÝò ôïîéêÝò åðéäñÜóåéò:
| Διάρροια και/ή στοματίτιδα | Nαδίρ λευκοκυττάρων/μL | Ναδίρ αιμοπεταλίων/μL | Δόση 5-FU |
| Μέτρια | 1.000-1.900 | 25-75.000 | Μείωση κατά 20% |
| Σοβαρή | <1.000 | <25.000 | Μείωση κατά 30% |
Στην περίπτωση που δεν εμφανισθούν τοξικά φαινόμενα η δόση της 5-FU μπορεί να αυξηθεί κατά 10%.
Ç åöáñìïãÞ ôçò èåñáðåõôéêÞò áãùãÞò èá ðñÝðåé íá áíáâÜëëåôáé ìÝ÷ñéò üôïõ ï áñéèìüò ôùí ëåõêïêõôôÜñùí öèÜóåé ôá 4.000/ìL êáé ï áñéèìüò ôùí áéìïðåôáëßùí ôá 130.000 ìL. Óôçí ðåñßðôùóç ðïõ ïé ìåôñÞóåéò äåí öèÜóïõí óôá åðßðåäá áõôÜ ìÝóá óå äéÜóôçìá äýï åâäïìÜäùí, ç èåñáðåßá èá ðñÝðåé íá äéáêïðåß.
Στους ασθενείς θα πρέπει να διενεργείται κλινική εξέταση πριν από την έναρξη του κάθε κύκλου θεραπείας, καθώς επίσης κατάλληλη ακτινολογική εξέταση, όπου απαιτείται.
Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις εξέλιξης του όγκου.
×ïñÞãçóç öõëëéêïý ïîÝïò óå ìåãÜëåò ðïóüôçôåò ìðïñåß íá åîïõäåôåñþóåé ôéò áíôéåðéëçðôéêÝò äñÜóåéò ôçò phenobarbital, phenytoin êáé primidone, êáé íá áõîÞóåé ôç óõ÷íüôçôá êñßóåùí óå åõáßóèçôá ðáéäéÜ.
Αρχικές μελέτες σε ζώα και ανθρώπους έχουν δείξει ότι μικρές ποσότητες leucovorin που χορηγείται συστηματικά, εισέρχονται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό κυρίως σαν 5-methyl-THF, και στους ανθρώπους παραμένουν μία έως 3 τάξεις μεγέθους χαμηλότερα από τις συνήθεις συγκεντρώσεις methotrexate μετά από ενδοραχιαία χορήγηση. Παρόλα αυτά, οι υψηλές δόσεις leucovorin μπορεί να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της methotrexate που χορηγείται ενδοραχιαία και να εκμηδενίσουν την αντικαρκινική δράση των ανταγωνιστών του φυλλικού οξέος. Η leucovorin ενισχύει την τοξικότητα της 5-FU (αυξάνει η πιθανότητα εμφάνισης διάρροιας και στοματίτιδας). Τα αντισυλληπτικά, οι ανταγωνιστές του φυλλικού οξέος (τριμεθοπρίμη, μεθοτρεξάτη κλπ) και η φαινυτοΐνη μπορεί να προκαλέσουν ένδεια φυλλικού ή να παρεμποδίσουν τον μεταβολισμό του.
Έγιναν μελέτες αναπαραγωγής σε αρουραίους και κουνέλια σε δόσεις τουλάχιστον 50 φορές μεγαλύτερες από την ανθρώπινη δόση, και δεν αποκάλυψαν καμία ένδειξη βλάβης στο έμβρυο, από τη leucovorin. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Λόγω του ότι οι μελέτες αναπαραγωγής στα ζώα δεν αντανακλούν πάντοτε την ανθρώπινη αντίδραση, το φάρμακο αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο όταν είναι εντελώς απαραίτητο.
Χρήση κατά τη γαλουχίαΔεν είναι γνωστό κατά πόσο το φάρμακο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω του ότι πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, θα πρέπει να προσέχουμε όταν χορηγούμε leucovorin σε μία θηλάζουσα μητέρα.
Δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την επίδραση της leucovorin στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
ÁëëåñãéêÞ åõáéóèçôïðïßçóç, êáèþò êáé áíáöõëáêôïåéäåßò áíôéäñÜóåéò êáé êíßäùóç, Ý÷ïõí ðáñáôçñçèåß ìåôÜ áðü ÷ïñÞãçóç leucovorin ôüóï áðü ôï óôüìá üóï êáé ðáñåíôåñéêÜ. Êáìßá Üëëç áíåðéèýìçôç åíÝñãåéá äåí Ý÷åé áðïäïèåß óôç ÷ñÞóç ôçò leucovorin áõôÞò êáè' áõôÞò.
Κατά τη θεραπεία συνδυασμού με 5-FU, το προφίλ τοξικότητας της 5-FU ενισχύεται από τη leucovorin. Οι πιο συχνές εκδηλώσεις είναι στοματίτιδα, διάρροια και λευκοκυτοπενία, που μπορεί να είναι δοσοεξαρτώμενες. Σε ασθενείς με διάρροια, μπορεί να συμβεί ταχεία επιδείνωση της κατάστασης τους και θάνατος.
ÕðåñâïëéêÞ ÷ïñÞãçóç leucovorin ìðïñåß íá åêìçäåíßóåé ôçí ÷çìåéïèåñáðåõôéêÞ äñÜóç ôùí áíôáãùíéóôþí ôïõ öõëëéêïý ïîÝïò.
Äåí õðÜñ÷åé åéäéêü áíôßäïôï. Óå ðåñßðôùóç õðÝñâáóçò ôçò äüóçò, ðñÝðåé íá åöáñìüæåôáé êáôÜëëçëç õðïóôçñéêôéêÞ áãùãÞ. Áí ëçöèïýí õðåñâïëéêÝò äüóåéò ôïõ óõíäõáóìïý leucovorin êáé 5-Fu, ðñÝðåé íá åöáñìïóèïýí ïé ïäçãßåò áíôéìåôþðéóçò ôçò õðåñäïóïëïãßáò ìå 5-Fu.
ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΕΩΝ ΑΘΗΝΑΣ: (01) 7793777Φαρμακολογικές ιδιότητες - BUATERON 15MG/SINGLE
Ç leucovorin åßíáé ñáêåìéêü ìßãìá ôùí äéáóôåñåïúóïìåñþí ôïõ 5-ìõñìçêï-ôåôñáûäñïöõëëéêïý ïîÝïò (THF). Tï âéïëïãéêü äñáóôéêü óõóôáôéêü ôïõ ìßãìáôïò åßíáé ôï L-éóïìåñÝò, ãíùóôü ùò êéôñïâïñéêüò ðáñÜãïíôáò Þ öõëëéíéêü ïîý.
Η leucovorin δεν απαιτεί αναγωγή από το ένζυμο αναγωγάση του διυδροφυλλικού οξέος για να λάβει μέρος σε αντιδράσεις που χρησιμοποιούν παράγωγα του φυλλικού οξέος ως πηγή ενώσεων με ένα άτομο άνθρακα.
Η l-leucovorin μεταβολίζεται ταχέως σε L-5-methyl-THF. Το L-5-methyl-THF μπορεί με τη σειρά του να μεταβολισθεί μέσω άλλων μεταβολικών οδών σε 5,10-methylene-THF το οποίο μετατρέπεται σε 5-methyl-THF από μία μονόδρομη αντίδραση που καταλύεται από ένζυμα, με τη χρήση των παραγόντων FADH2 και NADPH.
H χορήγηση της leucovorin ανταγωνίζεται τις θεραπευτικές και τοξικές επιδράσεις των ανταγωνιστών του φυλλικού οξέος όπως είναι η methotrexate, οι οποίοι δρουν αναστέλλοντας τη διϋδροφυλλική αναγωγάση.
Αντίθετα, η leucovorin μπορεί να αυξήσει τα θεραπευτικά και τοξικά αποτελέσματα των φλουοροπυριμιδινών που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του καρκίνου, όπως η 5-FU. Ταυτόχρονη χορήγηση leucovorin δεν φαίνεται να αλλοιώνει την φαρμακοκινητική της 5-FU στο πλάσμα. Η 5-FU μεταβολίζεται σε fluorodeoxyuridylic acid το οποίο συνδέεται και αναστέλλει το ένζυμο συνθετάση του θυμιδυλικού οξέος (ένα ένζυμο σημαντικό στην επιδιόρθωση και αντιγραφή του DNA). Η leucovorin μετατρέπεται εύκολα σε ένα άλλο αναχθέν παράγωγο του φυλλικού οξέος, το 5,10-methylene-THF, το οποίο σταθεροποιεί τη σύνδεση του fluorodeoxyuridylic acid με τη συνθετάση του θυμιδιλικού οξέος, και με τον τρόπο αυτό αυξάνει την αναστολή του ενζύμου αυτού.
Ç öáñìáêïêéíçôéêÞ ôçò leucovorin óå äüóç 25 mg ìåôÜ áðü åíäïöëÝâéá, åíäïìõúêÞ êáé áðü ôï óôüìá ÷ïñÞãçóç, ìåëåôÞèçêå óå Üññåíåò åèåëïíôÝò. Ôá ïëéêÜ áíá÷èÝíôá ðáñÜãùãá ôïõ öõëëéêïý ïîÝïò óôïí ïñü ìåôÜ áðü åíäïöëÝâéá ÷ïñÞãçóç, Ýöôáóáí ìéá ìÝóç ìÝãéóôç ôéìÞ 1259 ng/ml (äéáêýìáíóç 897-1625). Ï ìÝóïò ÷ñüíïò ãéá ôçí åðßôåõîç ôçò ìÝãéóôçò ôéìÞò Þôáí 10 ëåðôÜ. ÁõôÞ ç áñ÷éêÞ áýîçóç óôïí ïëéêü áñéèìü ôùí áíá÷èÝíôùí ðáñáãþãùí
ôïõ öõëëéêïý ïîÝïò ïöåéëüôáí êõñßùò óôçí áñ÷éêÞ Ýíùóç 5-formyl-THF ç ïðïßá Ýöôáóå óôá 1206 ng/ml óå 10 ëåðôÜ. Áêïëïýèçóå ìßá áðüôïìç ðôþóç ôçò áñ÷éêÞò Ýíùóçò, ç ïðïßá óõíÝðåóå ìå ôçí åìöÜíéóç ôïõ åíåñãïý ìåôáâïëßôç 5-methyl-THF ï ïðïßïò êáôÝóôç êáé ç êýñéá ìïñöÞ ôïõ öáñìÜêïõ óôçí êõêëïöïñßá. Ç ìÝóç ìÝãéóôç ôéìÞ ôïõ 5-methyl-THF Þôáí 258 ng/ml êáé åðéôåý÷èçêå óå ìßá 1,3 þñåò. Ï ôåëéêüò ÷ñüíïò çìéæùÞò ãéá ôá ïëéêÜ áíá÷èÝíôá ðáñÜãùãá ôïõ öõëëéêïý Þôáí 6,2 þñåò. Ç åðéöÜíåéá êÜôù áðü ôçí êáìðýëç (AUCs) ãéá ôçí l- leucovorin, d-leucovorin êáé 5-methyl-THF Þôáí: 28,4±3,5, 956±97 êáé 129±12 (mg/min/L±S.E).
Όταν χρησιμοποιούνταν υψηλότερη δόση της d,l-leucovorin (200 mg/m²), είχαμε παρόμοια αποτελέσματα. Το d-ισομερές παρέμεινε στο πλάσμα σε συγκεντρώσεις που υπερέβαιναν κατά πολύ εκείνες του l-ισομερούς.
Μετά από ενδομυϊκή ένεση η μέση μέγιστη τιμή των ολικών αναχθέντων παραγώγων του φυλλικού οξέος στον ορό ήταν 436 ng/ml (διακύμανση 240-725) και εμφανίστηκε μετά 52 λεπτά.
Όπως και με την ενδοφλέβια χορήγηση, η αρχική απότομη αύξηση οφειλόταν στην αρχική ένωση. Η μέση μέγιστη τιμή του 5-formyl-THF ήταν 360 ng/ml και εμφανίστηκε σε 28 λεπτά. Το επίπεδο του μεταβολίτη 5-methyl-THF αύξανε όσο περνούσε ο χρόνος και σε 1,5 ώρα είχε φθάσει το 50% του ολικού ποσού των κυκλοφορούντων παραγώγων του φυλλικού οξέος. Η μέση μέγιστη τιμή του 5-methyl-THF ήταν 226 ng/ml στις 2,8 ώρες. Ο τελικός χρόνος ημιζωής των ολικών αναχθέντων παραγώγων του φυλλικού οξέος ήταν 6,2 ώρες. Δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ της ενδοφλέβιας και ενδομυϊκής χορήγησης στο AUC για τον ολικό αριθμό των αναχθέντων παραγώγων του φυλλικού οξέος, του 5- formyl-THF, ή 5-methyl-THF.
ÌåôÜ áðü ôï óôüìá ÷ïñÞãçóç ôçò leucovorin ðïõ åß÷å áíáóõóôáèåß ìå áñùìáôéêü åëéîÞñéï, ç ìÝóç ìÝãéóôç óõãêÝíôñùóç ôùí ïëéêþí áíá÷èÝíôùí ðáñáãþãùí ôïõ öõëëéêïý ïîÝïò óôïí ïñü Þôáí 393 ng/ml (äéáêýìáíóç 160-550). Ï ìÝóïò ÷ñüíïò ãéá ôçí ìÝãéóôç ôéìÞ Þôáí 2,3 þñåò êáé ï ôåëéêüò ÷ñüíïò çìéæùÞò Þôáí 5,7 þñåò. Ôï êýñéï óõóôáôéêü Þôáí ï ìåôáâïëßôçò 5-methyl-THF, ìåôáâïëßôçò óôïí ïðïßï ìåôáôñÝðåôáé êõñßùò ç leucovorin óôïí âëåííïãüíï ôïõ åíôÝñïõ. Ç ìÝóç ìÝãéóôç ôéìÞ ôïõ 5-methyl-THF Þôáí 367 ng/ml óôéò 2,4 þñåò. Ôï áíþôåñï åðßðåäï ôçò áñ÷éêÞò Ýíùóçò Þôáí 51 ng/ml óôéò 1,2 þñåò. Ç AUC ôùí ïëéêþí áíá÷èÝíôùí ðáñáãþãùí ôïõ öõëëéêïý ïîÝïò ìåôÜ áðü ÷ïñÞãçóç áðü ôï óôüìá ôçò äüóçò ôùí 25 mg Þôáí ôï 92% ôïõ AUC ìåôÜ áðü åíäïöëÝâéá
÷ïñÞãçóç.
Μετά από χορήγηση από το στόμα, η leucovorin απορροφάται γρήγορα και αυξάνει το ποσό των αναχθέντων παραγώγων του φυλλικού οξέος στον ορό. Σε δοσολογία 25 mg, σχεδόν 100% του l-ισομερούς, αλλά μόνο 20% του d-ισομερούς απορροφάται. Η απορρόφηση της leucovorin από το στόμα είναι κορέσιμη σε δόσεις πάνω από 25 mg. Η εμφανής βιοδιαθεσιμότητα της leucovorin ήταν 97% για τα 25 mg, 75% για τα 50 mg, και 37% για τα 100 mg.