Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - QSYMIA
Το Qsymia, ως συμπληρωματική θεραπεία σε δίαιτα μειωμένων θερμίδων και στη σωματική δραστηριότητα, ενδείκνυται για τη διαχείριση του σωματικού βάρους σε ενήλικους ασθενείς με αρχικό Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ)
-
≥30 kg/m² (παχύσαρκοι) ή
-
≥27 kg/m² (υπέρβαροι) με συννοσηρότητες που σχετίζονται με το σωματικό βάρος, όπως υπέρταση, διαβήτης τύπου 2 ή δυσλιπιδαιμία
Η θεραπεία με το Qsymia θα πρέπει να ξεκινά και να επιβλέπεται από γιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία της παχυσαρκίας.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση συντήρησης του Qsymia είναι 7,5 mg/46 mg, που λαμβάνεται μία φορά ημερησίως το πρωί.
Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά με τιτλοποίηση της δόσης ξεκινώντας με τη δόση των 3,75 mg/23 mg για 14 ημέρες ακολουθούμενη από την ημερήσια δόση των 7,5 mg/46 mg. Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με ημερήσια δόση 7,5 mg/46 mg του Qsymia για τους πρώτους 3 μήνες και δεν απωλένουν τουλάχιστον το 5% του αρχικού τους σωματικού βάρους θα πρέπει να θεωρούνται ως μη ανταποκριθέντες και θα πρέπει να διακόπτουν τη χρήση του Qsymia.
Εάν ένας ασθενής ανταποκρίνεται (δηλ. ≥ 5% απώλεια σωματικού βάρους μετά από θεραπεία
3 μηνών) και ανέχεται καλά τη θεραπεία αλλά ο ΔΜΣ παραμένει 30 kg/m2 ή είναι μεγαλύτερος μετά από 3 μήνες θεραπείας με το Qsymia 7,5 mg/46 mg, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης δοσολογίας με το Qsymia 11,25 mg/69 mg ημερησίως για 14 ημέρες ακολουθούμενη από τη χορήγηση δοσολογίας με το Qsymia 15 mg/92 mg ημερησίως. Υπάρχει κίνδυνος επιληπτικών κρίσεων με την απότομη διακοπή της ανώτατης δόσης του Qsymia. Συνεπώς, εάν διακοπεί το Qsymia 15 mg/92 mg, αυτό θα πρέπει να γίνεται σταδιακά με το να λαμβάνεται μια δόση κάθε δεύτερη ημέρα για τουλάχιστον 1 εβδομάδα πριν από την πλήρη διακοπή της θεραπείας.
Η συνολική επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν υψηλότερη στην ομάδα του Qsymia 15 mg/92 mg σε σύγκριση με τις ομάδες χαμηλότερης δόσης (βλ. παράγραφο 4.8). Θα πρέπει να
διενεργείται προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου πριν από την έναρξη του Qsymia 15 mg/92 mg.
Η σωστή διατροφή, η σωματική άσκηση και η ενυδάτωση αποτελούν σημαντικές συνιστώσες ενός προγράμματος απώλειας σωματικού βάρους. Συνιστάται οι πάροχοι υγειονομικής περίθαλψης να επανεξετάζουν τις διατροφικές συνήθειες των ασθενών και να προτείνουν συγκεκριμένες αλλαγές για τη μείωση της ημερήσιας θερμιδικής τους πρόσληψης κατά περίπου 500 kcal. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο συμπλήρωσης με μια ημερήσια πολυβιταμίνη για να διασφαλιστεί η
κατάλληλη διατροφική ισορροπία. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται τους γιατρούς τους πριν ξεκινήσουν οποιοδήποτε πρόγραμμα σωματικής άσκησης.
Εάν παραλειφθεί η πρωινή δόση του Qsymia, αυτή μπορεί να ληφθεί μέχρι το μέσο της ημέρας, διαφορετικά ο ασθενής θα πρέπει να περιμένει μέχρι το επόμενο πρωί για να πάρει την επόμενη ημερήσια δόση ως συνήθως. Δεν πρέπει να λαμβάνεται διπλή δόση για να αναπληρώνεται η δόση που ξεχάστηκε. Εάν η θεραπεία παραλειφθεί για περισσότερες από 7 ημέρες, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας με τη χαμηλή δόση.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Η θεραπεία με το Qsymia θα πρέπει να ξεκινά και να επιβλέπεται από γιατρό με εμπειρία στη διαχείριση του σωματικού βάρους.
Εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές θα πρέπει να εξετάζονται στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία.
Η ανάγκη για θεραπεία με το Qsymia σε αυτόν τον πληθυσμό θα πρέπει να επαναξιολογείται τουλάχιστον ετησίως (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 4.6).
Νεφρική δυσλειτουργία
Η έκθεση στο Qsymia είναι αυξημένη σε ασθενείς με ήπια (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 60 - < 90 ml/min), μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 30 - < 60 ml/min) ή σοβαρή (κάθαρση κρεατινίνης 15 - < 30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2) και η θεραπεία θα πρέπει να προγραμματίζεται αναλόγως (βλ. Πίνακα 1).
Πίνακας 1 Συστάσεις δοσολογίας για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
| Δοσολογία του Qsymia | Νεφρική δυσλειτουργία: | ||
| ήπια | μέτρια | σοβαρή | |
| Δόση έναρξης | 3,75 mg/23 mg ημερησίως | 3,75 mg/23 mg ημερησίως | 3,75 mg/23 mg κάθε δεύτερη ημέρα |
| Ρυθμίσεις δόσης | Αύξηση στα 7,5 mg/46 mg ημερησίως τον Μήνα 3 είναι δυνατή εάν είναι καλά ανεκτήκαι ο ΔΜΣ είναι > 30 kg/m2 | καμία | Την Ημέρα 14, αύξηση στα 3,75 mg/23 mg ημερησίως είναι δυνατήεάν είναι καλά ανεκτή |
| Δόση συντήρησης | 3,75 mg/23 mg ημερησίως ή 7,5 mg/46 mg ημερησίως | 3,75 mg/23 mg ημερησίως | 3,75 mg/23 mg κάθε δεύτερη ημέρα ή3,75 mg/23 mg ημερησίως |
| Μέγιστη δόση | 7,5 mg/46 mg ημερησίως | 3,75 mg/23 mg ημερησίως | 3,75 mg/23 mg ημερησίως |
Ανεξάρτητα από τον βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που δεν επιτυγχάνουν απώλεια σωματικού βάρους τουλάχιστον 5% εντός 3 μηνών από την πρώτη έναρξη της θεραπείας.
Λόγω έλλειψης δεδομένων, η θεραπεία με το Qsymia δεν συνιστάται σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/min) ή σε αιμοκάθαρση (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η έκθεση στο Qsymia είναι αυξημένη σε ασθενείς με ήπια (βαθμολογία 5 – 6 κατά Child-Pugh) έως μέτρια (βαθμολογία 7 – 9 κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία και η θεραπεία θα πρέπει να προγραμματίζεται αναλόγως:
-
Ήπια ηπατική δυσλειτουργία: Δεν απαιτούνται προφυλάξεις ως προς τη δοσολογία.
-
Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία: Η δόση των 7,5 mg/46 mg μία φορά ημερησίως δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται.
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία ≥ 10 κατά Child-Pugh): Λόγω έλλειψης δεδομένων, η θεραπεία με το Qsymia δεν συνιστάται (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ανεξάρτητα από τον βαθμό της ηπατικής δυσλειτουργίας, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που δεν επιτυγχάνουν απώλεια σωματικού βάρους τουλάχιστον 5% εντός 3 μηνών από την πρώτη έναρξη της θεραπείας.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης κατά τη χορήγηση του Qsymia σε ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας
≤ 70 ετών.
Το Qsymia δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας > 70 ετών και θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Qsymia σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Το Qsymia μπορεί να λαμβάνεται το πρωί με ή χωρίς τροφή. Τα σκληρά καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα για να διασφαλιστεί ότι έχει χορηγηθεί ολόκληρη η δόση.
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, σε οποιαδήποτε άλλη συμπαθομιμητική αμίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Το Qsymia αντενδείκνυται:
-
σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσματικότητας (βλ. παραγράφους 4.4, 4.5 και 4.6).
Το Qsymia αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙ), όπως ιπρονιαζίδη, ισονιαζίδη, φαινελζίνη ή τρανυλκυπρομίνη, που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της κατάθλιψης ή εντός 14 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με ΜΑΟΙ (βλ. παράγραφο 4.5).
Το Qsymia δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που προορίζονται για απώλεια σωματικού βάρους.
Το Qsymia δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο οποιωνδήποτε άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν φαιντερμίνη ή τοπιραμάτη.
Πρόγραμμα πρόληψης κύησης
Η τοπιραμάτη μπορεί να προκαλέσει μείζονες συγγενείς δυσπλασίες και περιορισμό της εμβρυϊκής ανάπτυξης όταν χορηγείται σε μια έγκυο γυναίκα.
Ορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο νευροαναπτυξιακών διαταραχών σε παιδιά που εκτίθενται στην τοπιραμάτη ενδομήτρια, ενώ άλλα δεδομένα δεν υποδεικνύουν τέτοιο αυξημένο κίνδυνο (βλ. παράγραφο 4.6).
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Θα πρέπει να πραγματοποιείται τεστ εγκυμοσύνης πριν από την έναρξη της θεραπείας με τοπιραμάτη/φαιντερμίνη σε μια γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία.
Η ασθενής πρέπει να είναι πλήρως ενημερωμένη και να κατανοεί τους κινδύνους που σχετίζονται με τη χρήση των τοπιραμάτης/φαιντερμίνης κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.6). Αυτό περιλαμβάνει την ανάγκη συμβουλευτικής από ειδικό εάν η γυναίκα σχεδιάζει να μείνει έγκυος, προκειμένου να διακοπεί η θεραπεία με τοπιραμάτη/φαιντερμίνη και να συζητηθεί εάν απαιτείται εναλλακτική θεραπεία πριν από τη διακοπή της αντισύλληψης, καθώς και την ανάγκη άμεσης επικοινωνίας με ειδικό εάν μείνει έγκυος ή νομίζει ότι μπορεί να είναι έγκυος.
Εκπαιδευτικά υλικά σχετικά με αυτά τα μέτρα είναι διαθέσιμα για επαγγελματίες υγείας και ασθενείς. Ο οδηγός ασθενούς πρέπει να παρέχεται σε όλες τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που χρησιμοποιούν τοπιραμάτη/φαιντερμίνη. Μια κάρτα ασθενούς παρέχεται με τη συσκευασία του Qsymia.
Διαταραχή της διάθεσης/κατάθλιψη
Έχει παρατηρηθεί μια δοσοεξαρτώμενη αύξηση στην επίπτωση των διαταραχών της διάθεσης και της κατάθλιψης με το Qsymia. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι το Qsymia περιέχει τοπιραμάτη και θα πρέπει να ενημερώνονται για την ανάγκη να είναι σε εγρήγορση σχετικά με την εμφάνιση ή την επιδείνωση των συμπτωμάτων κατάθλιψης, οποιωνδήποτε ασυνήθιστων αλλαγών στη διάθεση ή στη συμπεριφορά και να συμβουλεύονται αμέσως έναν γιατρό εάν αυτά εμφανιστούν. Οι ασθενείς με ιστορικό ή υφιστάμενη διαταραχή της διάθεσης ή κατάθλιψη θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά για να διασφαλιστεί ότι η θεραπεία με το Qsymia είναι δικαιολογημένη. Εάν ξεκινήσει η θεραπεία, τότε αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται ενεργά για να διασφαλιστεί ότι δεν θα εμφανιστεί νέα αλλαγή ή επιδείνωση της διάθεσης ή κατάθλιψης. Η θεραπεία με το Qsymia δεν συνιστάται σε ασθενείς με ιστορικό υποτροπιάζουσας μείζονος κατάθλιψης, διπολικής διαταραχής ή ψύχωσης ή σε ασθενείς με υφιστάμενη κατάθλιψη μέτριας ή μεγαλύτερης βαρύτητας.
Αυτοκτονία/αυτοκτονικός ιδεασμός
Αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονική συμπεριφορά έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως η τοπιραμάτη, σε αρκετές ενδείξεις. Ο μηχανισμός αυτού του κινδύνου δεν είναι γνωστός και τα διαθέσιμα δεδομένα δεν αποκλείουν την πιθανότητα αυξημένου κινδύνου για την τοπιραμάτη.
Στις κλινικές μελέτες, η επίπτωση του αυτοκτονικού ιδεασμού ήταν χαμηλή και παρόμοια για το Qsymia και το εικονικό φάρμακο. Αναφορές αυτοκτονικού ιδεασμού και σπάνιες αναφορές απόπειρας αυτοκτονίας έχουν ληφθεί μετά την κυκλοφορία στην αγορά με τη θεραπεία Qsymia.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν Qsymia θα πρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικής συμπεριφοράς και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης κατάλληλης θεραπείας. Θα πρέπει να γίνεται σύσταση στους ασθενείς (και στους φροντιστές ασθενών) να αναζητούν ιατρική συμβουλή εάν εμφανιστούν ενδείξεις αυτοκτονικού ιδεασμού ή αυτοκτονικής συμπεριφοράς.
Αυξήσεις στον καρδιακό ρυθμό
Σε κλινικές μελέτες, παρατηρήθηκαν αυξήσεις στον καρδιακό ρυθμό ηρεμίας από την αρχική τιμή με το Qsymia σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Σε μια μελέτη 8 εβδομάδων περιπατητικής καταγραφής της αρτηριακής πίεσης (ABPM), παρατηρήθηκε μέση αύξηση στον μέσο καρδιακό ρυθμό 24ώρου κατά 3,6 παλμούς ανά λεπτό με το Qsymia 15/92 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Συνιστάται τακτική μέτρηση του καρδιακού ρυθμού ηρεμίας για όλους τους ασθενείς πριν από την έναρξη της θεραπείας και κατά τη λήψη του Qsymia. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνουν τους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης για αίσθημα παλμών ή αισθήσεις ταχυκαρδίας ενόσω βρίσκονται σε κατάσταση ηρεμίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Qsymia. Για οποιονδήποτε ασθενή εμφανίζει εμμένουσα αύξηση του καρδιακού ρυθμού ηρεμίας (π.χ. μεγαλύτερη από ή ίση με ένα απόλυτο κατώτατο όριο των 90 bpm σε δύο διαδοχικές μετρήσεις) ενόσω λαμβάνει Qsymia, η δόση θα πρέπει να μειώνεται ή το Qsymia να διακόπτεται.
Ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο
Το Qsymia δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου (< 6 μηνών) ή σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (σταδίου II-IV κατά NYHA).
Η χρήση του Qsymia δεν συνιστάται σε ασθενείς με πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
(< 6 μηνών) ή σε άλλους ασθενείς υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με ιστορικό προχωρημένης καρδιαγγειακής νόσου (π.χ. πρόσφατο [εντός 3 μηνών] αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, κακοήθεις αρρυθμίες, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια [Καρδιολογική Ένωση της Νέας Υόρκης - σταδίου II-IV κατά NYHA]).
Νεφρολιθίαση
Η τοπιραμάτη, όταν χρησιμοποιείται για άλλες ενδείξεις, έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο σχηματισμού νεφρικών λίθων και συνοδών ενδείξεων και συμπτωμάτων όπως κολικό νεφρού, άλγος νεφρού ή άλγος στα πλευρά, ειδικά σε άτομα με προδιάθεση για νεφρολιθίαση. Νεφρολιθίαση αναφέρθηκε επίσης κατά τη θεραπεία με το Qsymia.
Οι παράγοντες κινδύνου για νεφρολιθίαση περιλαμβάνουν προηγούμενο σχηματισμό λίθων, οικογενειακό ιστορικό νεφρολιθίασης και υπερασβεστιουρία. Η ταχεία απώλεια σωματικού βάρους θα μπορούσε να επισπεύσει ή να επιδεινώσει τον σχηματισμό χολόλιθων. Η μεταβολική οξέωση θα μπορούσε να προκαλέσει υπερασβεστιουρία, η οποία θα μπορούσε να συμβάλει στον σχηματισμό ασβεστίου και στη νεφρολιθίαση. Επιπλέον, ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, όπως αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης που σχετίζονται με νεφρολιθίαση, ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Η επαρκής ενυδάτωση θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο νεφρολιθίασης και είναι πολύ σημαντική όταν χρησιμοποιούνται φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν τοπιραμάτη όπως το Qsymia.
Οξεία μυωπία και δευτεροπαθές γλαύκωμα κλειστής γωνίας
Σε ασθενείς που λαμβάνουν τοπιραμάτη, έχει αναφερθεί ένα σύνδρομο που συνίσταται σε οξεία μυωπία, το οποίο σχετίζεται με δευτεροπαθές γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν οξεία έναρξη μειωμένης οπτικής οξύτητας και/ή οφθαλμικό πόνο. Στις κλινικές μελέτες ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Qsymia έχει αναφερθεί γλαύκωμα. Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Qsymia, έχει αναφερθεί γλαύκωμα κλειστής γωνίας μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά.
Εάν εμφανιστεί οξεία μυωπία με δευτεροπαθές γλαύκωμα κλειστής γωνίας σε ασθενείς που λαμβάνουν Qsymia, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Η διακοπή της θεραπείας με το Qsymia θα πρέπει να οδηγήσει σε μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Μεταβολική οξέωση
Η υπερχλωραιμική, χωρίς χάσμα ανιόντων, μεταβολική οξέωση (δηλ. μειωμένα διττανθρακικά ορού κάτω από το φυσιολογικό εύρος αναφοράς απουσία αναπνευστικής αλκάλωσης) έχει συσχετιστεί με τη χρήση τοπιραμάτης. Αυτή η μείωση των διττανθρακικών ορού οφείλεται στην ανασταλτική επίδραση της τοπιραμάτης στη νεφρική καρβονική ανυδράση.
Η χαμηλή περιεκτικότητα σε διττανθρακικά ορού ενδεχομένως να αποτελεί πρόβλημα σε παχύσαρκους, διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη, οι οποίοι διατρέχουν ήδη κίνδυνο για γαλακτική οξέωση. Δεν συνιστώνται ρυθμίσεις της δόσης μήτε του Qsymia μήτε της μετφορμίνης, ωστόσο, σε ασθενείς που λαμβάνουν μετφορμίνη θα πρέπει να μετράται περιοδικά το επίπεδο των διττανθρακικών τους στον ορό.
Εν γένει, ανάλογα με τις υποκείμενες καταστάσεις, συνιστάται περιοδική αξιολόγηση των επιπέδων διττανθρακικών ορού με τη θεραπεία με Qsymia. Το Qsymia θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με καταστάσεις ή θεραπείες που συνιστούν παράγοντα κινδύνου για την
εμφάνιση μεταβολικής οξέωσης. Εάν εμφανιστεί και εμμένει η μεταβολική οξέωση, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής του Qsymia.
Γνωστικές ανεπιθύμητες ενέργειες
Έχουν αναφερθεί γνωστικές ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη θεραπεία με το Qsymia (βλ. παράγραφο 4.8). Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι γνωστικές ανεπιθύμητες ενέργειες όπως δυσκολίες προσοχής, μνήμης και γλωσσικές δυσκολίες/δυσκολίες εύρεσης λέξεων λόγω της τοπιραμάτης, δεν συνιστάται ταχεία τιτλοποίηση ή υψηλές αρχικές δόσεις του Qsymia.
Αλλαγές λόγω απώλειας σωματικού βάρους
Λόγω της μειωμένης πρόσληψης τροφής ως αποτέλεσμα της λήψης του Qsymia, ενδέχεται να απαιτηθεί τροποποίηση της δόσης των αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων, ιδίως της ινσουλίνης ή των σουλφονυλουριών, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για υπέρταση, ενδεχομένως να χρειαστούν τροποποίηση της δόσης της αντιυπερτασικής φαρμακευτικής αγωγής, καθώς με βάση τα δεδομένα κλινικής μελέτης, η απώλεια σωματικού βάρους με το Qsymia μπορεί να μειώσει την αρτηριακή πίεση. Η απώλεια σωματικού βάρους μπορεί να επισπεύσει ή να επιδεινώσει τον σχηματισμό χολόλιθων.
Υποκαλιαιμία
Έχει αναφερθεί υποκαλιαιμία με το Qsymia. Η ταυτόχρονη χρήση του Qsymia με μη καλιοσυντηρητικά διουρητικά ενδέχεται να ενισχύσει τη δράση αυτών των διουρητικών στην απώλεια καλίου. Όταν συνταγογραφείται το Qsymia παρουσία μη καλιοσυντηρητικών φαρμακευτικών προϊόντων, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για υποκαλιαιμία.
Πιθανότητα κακής χρήσης
Η φαιντερμίνη είναι ένα ασθενές διεγερτικό και μπορεί να ενέχει την πιθανότητα κατάχρησης και εξάρτησης από φαρμακευτικά προϊόντα.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η θεραπεία της παχυσαρκίας σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.2). Σε ασθενείς με ήπια (βαθμολογία 5 – 6 κατά Child-Pugh) ή μέτρια (βαθμολογία 7 – 9 κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία, η έκθεση στο συστατικό του Qsymia, φαιντερμίνη, ήταν υψηλότερη σε σύγκριση με τους αντιστοιχισμένους φυσιολογικούς μάρτυρες (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Τα συστατικά του Qsymia, φαιντερμίνη και τοπιραμάτη, αποβάλλονται κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης και η έκθεση αυξάνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Αυξήσεις στην κρεατινίνη ορού
Το Qsymia μπορεί να προκαλέσει αύξηση στην κρεατινίνη ορού που αντανακλά μείωση της νεφρικής λειτουργίας (ρυθμός σπειραματικής διήθησης). Συνιστάται μέτρηση της κρεατινίνης ορού πριν από την έναρξη του Qsymia και πριν από την αύξηση της δόσης του Qsymia (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν εμφανιστούν εμμένουσες αυξήσεις στην κρεατινίνη ορού κατά τη λήψη του Qsymia, η δόση θα πρέπει να μειώνεται ή το Qsymia να διακόπτεται.
Ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό
Το Qsymia δεν συνιστάται σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό.
Επιληπτικές κρίσεις με απότομη διακοπή της ανώτατης δόσης του Qsymia
Υπάρχει κίνδυνος επιληπτικών κρίσεων με την απότομη διακοπή της ανώτατης δόσης του Qsymia. Συνεπώς, εάν διακοπεί το Qsymia 15 mg/92 mg, αυτό θα πρέπει να γίνεται σταδιακά όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.2.
Σακχαρόζη
Τα σκληρά καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης Qsymia περιέχουν σακχαρόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Qsymia 7,5 mg/46 mg, 11,25 mg/69 mg and 15 mg/92 mg σκληρά καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης
Ταρτραζίνη και Sunset Yellow FCF
Αυτές οι χρωστικές ουσίες των σκληρών καψακίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.
Μεταβολικές αλληλεπιδράσεις
Η δοσοεξαρτώμενη από την τοπιραμάτη επαγωγή του CYP3A4 in vitro, θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει σε χαμηλότερες εκθέσεις και σε μειωμένη επίδραση των υποστρωμάτων του CYP3A4 που συγχορηγούνται με το Qsymia. Συνιστάται παρακολούθηση της επίδρασης όταν ένα ευαίσθητο υπόστρωμα του CYP3A4 με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ., αλφαιντανύλη, κυκλοσπορίνη, διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, εβερόλιμους, φαιντανύλη, πιμοζίδη, κινιδίνη, σιρόλιμους και τακρόλιμους) χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με το Qsymia.
Η τοπιραμάτη ανέστειλε το CYP2C19 in vitro. Αυτό ενδέχεται να επηρεάζει άλλες ουσίες, οι οποίες μεταβολίζονται μέσω αυτού του ενζύμου, όπως η διαζεπάμη, η ιμιπραμίνη, η μοκλοβεμίδη, η προγουανίλη, η ομεπραζόλη. Ωστόσο, αυτό δεν έχει μελετηθεί in vivo.
Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στα επίπεδα της τοπιραμάτης στο πλάσμα, ένα συστατικό του Qsymia
Αντιεπιληπτικά φάρμακα:
Η φαινυτοΐνη και η καρβαμαζεπίνη μείωσαν τη συγκέντρωση της τοπιραμάτης στο πλάσμα, ενός συστατικού του Qsymia. Η προσθήκη ή η απόσυρση της φαινυτοΐνης ή της καρβαμαζεπίνης στη θεραπεία με Qsymia ενδέχεται να χρήζει ρύθμισης της δοσολογίας του Qsymia. Αυτό θα πρέπει να γίνεται μέσω τιτλοποίησης μέχρι την επίτευξη του κλινικού αποτελέσματος.
Υδροχλωροθειαζίδη:
Έχει δειχθεί ότι η ταυτόχρονη χορήγηση μονοθεραπείας υδροχλωροθειαζίδης με τοπιραμάτη, ένα συστατικό του Qsymia, αυξάνει τη Cmax και την AUC της τοπιραμάτης κατά 27% και 29%, αντίστοιχα.
Βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum):
Με τη συγχορήγηση Qsymia και βαλσαμόχορτου θα μπορούσε να παρατηρηθεί κίνδυνος μειωμένων συγκεντρώσεων τοπιραμάτης στο πλάσμα με αποτέλεσμα την απώλεια αποτελεσματικότητας. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές μελέτες που να αξιολογούν αυτή τη δυνητική αλληλεπίδραση.
Επίδραση του Qsymia στα επίπεδα άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο πλάσμα
Συστηματικά ορμονικά αντισυλληπτικά:
Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων του Qsymia 15 mg/92 mg μία φορά ημερησίως με μία μονή δόση από στόματος αντισυλληπτικού που περιέχει 35 μg αιθινυλοιστραδιόλης (συστατικό οιστρογόνων) και 1 mg νορεθιστερόνης (συστατικό προγεστινών), σε παχύσαρκες κατά τα άλλα υγιείς εθελόντριες, μείωσε την έκθεση στην αιθινυλοιστραδιόλη κατά 16% και αύξησε την έκθεση στη νορεθιστερόνη κατά 22%.
Η πιθανότητα μειωμένης αντισυλληπτικής αποτελεσματικότητας και αυξημένης αιμορραγίας εκ διαφυγής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που λαμβάνουν συστηματικά ορμονικά αντισυλληπτικά προϊόντα μαζί με το Qsymia. Θα πρέπει να ζητείται από τις ασθενείς να αναφέρουν οποιαδήποτε αλλαγή στα μοτίβα της αιμορραγίας τους. Η αντισυλληπτική αποτελεσματικότητα μπορεί να είναι μειωμένη ακόμη και χωρίς την παρουσία αιμορραγίας εκ διαφυγής. Οι γυναίκες που
χρησιμοποιούν συστηματικά ορμονικά αντισυλληπτικά θα πρέπει να καθοδηγούνται να χρησιμοποιούν επίσης μια μέθοδο φραγμού.
Αντιεπιληπτικά φάρμακα:
Η προσθήκη της τοπιραμάτης σε αντιεπιληπτικά φάρμακα (καρβαμαζεπίνη, βαλπροϊκό οξύ, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη ή λαμοτριγίνη) δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις τους στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση. Σε ορισμένους ασθενείς, η θεραπεία με Qsymia και φαινυτοΐνη ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση των συγκεντρώσεων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα. Αυτό πιθανώς οφείλεται στην αναστολή του CYP2C19 από την τοπιραμάτη. Συνεπώς, συνιστάται σε κάθε ασθενή που λαμβάνει φαινυτοΐνη να παρακολουθούνται τα επίπεδα φαινυτοΐνης.
Αντιδιαβητικά φάρμακα:
Μετφορμίνη
Η Cmax και η AUC0-τ της μετφορμίνης αυξήθηκαν κατά περίπου 16% και 23%, αντίστοιχα, σε υγιείς παχύσαρκους ασθενείς μετά τη συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων Qsymia μία φορά ημερησίως
(15 mg/92 mg) με πολλαπλές δόσεις 500 mg μετφορμίνης δύο φορές ημερησίως. Οι ασθενείς που λαμβάνουν μετφορμίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα. Δεν συνιστάται ρύθμιση της δοσολογίας της μετφορμίνης ή του Qsymia.
Η χαμηλή περιεκτικότητα σε διττανθρακικά ορού λόγω υπερβολικής απέκκρισης διττανθρακικών που σχετίζεται με τη χορήγηση τοπιραμάτης ενδεχομένως να αποτελεί πρόβλημα σε παχύσαρκους, διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη, οι οποίοι διατρέχουν ήδη κίνδυνο για γαλακτική οξέωση. Δεν συνιστώνται ρυθμίσεις της δόσης μήτε του Qsymia μήτε της μετφορμίνης, ωστόσο, σε ασθενείς που λαμβάνουν μετφορμίνη θα πρέπει να μετράται περιοδικά το επίπεδο των διττανθρακικών τους στον ορό.
Πιογλιταζόνη
Με την ταυτόχρονη χρήση πιογλιταζόνης και τοπιραμάτης σε μια κλινική δοκιμή παρατηρήθηκε μείωση της έκθεσης στην πιογλιταζόνη και στους ενεργούς μεταβολίτες της. Η κλινική σημασία αυτών των παρατηρήσεων είναι άγνωστη, ωστόσο, όταν το Qsymia προστίθεται στη θεραπεία πιογλιταζόνης ή η πιογλιταζόνη προστίθεται στη θεραπεία Qsymia, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην τακτική παρακολούθηση των ασθενών για τον επαρκή έλεγχο της κατάστασης της διαβητικής νόσου τους.
Σιταγλιπτίνη
Η φαρμακοκινητική της σιταγλιπτίνης δεν μεταβλήθηκε σε υγιείς παχύσαρκους ασθενείς μετά από συγχορήγηση Qsymia (15 mg/92 mg) με σιταγλιπτίνη (100 mg).
Γλιμπενκλαμίδη
Μια μελέτη αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων που διεξήχθη σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική σε σταθεροποιημένη κατάσταση της γλιμπενκλαμίδης (5 mg/ημέρα) ως μονοθεραπεία και ταυτόχρονα με την τοπιραμάτη (150 mg/ημέρα). Υπήρξε μείωση κατά 25% στην AUC24 της γλιμπενκλαμίδης κατά τη διάρκεια χορήγησης της τοπιραμάτης. Η συστηματική έκθεση των ενεργών μεταβολιτών, 4-trans-υδροξυ-γλυβουρίδη (M1) και 3 cis-υδροξυγλυβουρίδη (M2), μειώθηκε επίσης κατά 13% και 15%, αντίστοιχα. Η φαρμακοκινητική σε σταθεροποιημένη κατάσταση της τοπιραμάτης δεν επηρεάστηκε από την ταυτόχρονη χορήγηση της γλιμπενκλαμίδης.
Όταν το Qsymia προστίθεται στη θεραπεία γλιμπενκλαμίδης ή η γλιμπενκλαμίδη προστίθεται στη θεραπεία Qsymia, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην τακτική παρακολούθηση των ασθενών για τον επαρκή έλεγχο της κατάστασης της διαβητικής νόσου τους.
Διγοξίνη:
Σε μια μελέτη μονής δόσης, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος (AUC) για τη διγοξίνη ορού μειώθηκε κατά 12% λόγω της ταυτόχρονης χορήγησης τοπιραμάτης. Η κλινική συνάφεια αυτής της παρατήρησης δεν έχει τεκμηριωθεί. Όταν το Qsymia προστίθεται ή αποσύρεται
σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διγοξίνη, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην τακτική παρακολούθηση της διγοξίνης ορού.
Λίθιο:
Σε υγιείς εθελοντές, παρατηρήθηκε μείωση (18% για την AUC) στη συστηματική έκθεση στο λίθιο κατά την ταυτόχρονη χορήγηση με τοπιραμάτη 200 mg/ημέρα. Τα επίπεδα λιθίου θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη συγχορήγηση με τοπιραμάτη.
Ρισπεριδόνη:
Μελέτες αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων που διεξήχθησαν υπό συνθήκες χορήγησης μονής δόσης σε υγιείς εθελοντές και πολλαπλών δόσεων σε ασθενείς με ψυχωσικές διαταραχές, απέδωσαν παρόμοια αποτελέσματα. Κατά την ταυτόχρονη χορήγηση με τοπιραμάτη σε κλιμακούμενες δόσεις των 100 και 200 mg/ημέρα, δεν υπήρξε σημαντική αλλαγή στην έκθεση στη ρισπεριδόνη (χορηγούμενη σε δόσεις που κυμαίνονταν από 1 έως 6 mg/ημέρα) μεταξύ της μονοθεραπείας με ρισπεριδόνη και της θεραπείας συνδυασμού με τοπιραμάτη. Επίσης, δεν υπήρξε σημαντική αλλαγή στη συστηματική έκθεση στην τοπιραμάτη.
Άλλες μορφές αλληλεπιδράσεων
Αναστολείς μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙ):
Το Qsymia αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙ) ή εντός 14 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με ΜΑΟΙ (βλ. παράγραφο 4.3).
Κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος:
Η ταυτόχρονη χορήγηση Qsymia και αλκοόλ ή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων κατασταλτικών του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες. Συνιστάται να μην χρησιμοποιείται το Qsymia ταυτόχρονα με αλκοόλ ή με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα κατασταλτικά του ΚΝΣ.
Αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης:
Η ταυτόχρονη χρήση τοπιραμάτης, ενός συστατικού του Qsymia, με οποιονδήποτε άλλο αναστολέα της καρβονικής ανυδράσης (π.χ. ζονισαμίδη, ακεταζολαμίδη ή διχλωροφαιναμίδη) ενδέχεται να αυξήσει τη σοβαρότητα της μεταβολικής οξέωσης και ενδέχεται επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο σχηματισμού λίθων στους νεφρούς (βλ. παράγραφο 4.4).
Μη καλιοσυντηρητικά διουρητικά:
Η ταυτόχρονη χρήση του Qsymia με μη καλιοσυντηρητικά διουρητικά ενδέχεται να ενισχύσει την επίδραση αυτών των διουρητικών στην απώλεια καλίου. Όταν συνταγογραφείται το Qsymia παρουσία μη καλιοσυντηρητικών φαρμακευτικών προϊόντων, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για υποκαλιαιμία (βλ. παράγραφο 4.4).
Βαλπροϊκό οξύ:
Η ταυτόχρονη χορήγηση τοπιραμάτης, ενός συστατικού του Qsymia, και βαλπροϊκού οξέος έχει συσχετιστεί με υπεραμμωνιαιμία με ή χωρίς εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς που έχουν δείξει ανοχή σε κάθε ένα από τα φαρμακευτικά προϊόντα ως μονοθεραπεία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συμπτώματα και οι ενδείξεις υποχώρησαν με τη διακοπή καθενός φαρμακευτικού προϊόντος. Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια δεν οφείλεται σε φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
Υποθερμία, η οποία ορίζεται ως ακούσια πτώση της κεντρικής θερμοκρασίας του σώματος σε
< 35 °C, έχει αναφερθεί σε συσχέτιση με την ταυτόχρονη χρήση τοπιραμάτης και βαλπροϊκού οξέος (VPA) τόσο σε συνδυασμό με υπεραμμωναιμία όσο και σε απουσία υπεραμμωνιαιμίας. Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια σε ασθενείς που χρησιμοποιούν ταυτόχρονα τοπιραμάτη και βαλπροϊκό μπορεί να συμβεί μετά την έναρξη της θεραπείας με τοπιραμάτη ή μετά την αύξηση της ημερήσιας δόσης της τοπιραμάτης.
Κύηση
Το Qsymia αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Η τοπιραμάτη είναι γνωστό ότι είναι τερατογόνος σε ζώα (βλ. παράγραφο 5.3) και στον άνθρωπο. Στον άνθρωπο, η τοπιραμάτη διαπερνά τον πλακούντα και παρόμοιες συγκεντρώσεις έχουν αναφερθεί στον ομφάλιο λώρο και στο μητρικό αίμα.
Κλινικά δεδομένα από μητρώα κυήσεων δείχνουν ότι τα βρέφη που εκτέθηκαν ενδομήτρια σε μονοθεραπεία με τοπιραμάτη έχουν:
Μείζονα συγγενή δυσπλασία και περιορισμό εμβρυϊκής ανάπτυξης
-
Αυξημένο κίνδυνο για συγγενείς δυσπλασίες (ιδιαίτερα χειλεοσχιστία/υπερωιοσχιστία, υποσπαδίας και ανωμαλίες που αφορούν διάφορα συστήματα του οργανισμού) μετά από έκθεση κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Δεδομένα από το μητρώο κυήσεων της Βόρειας Αμερικής για τα Αντιεπιληπτικά Φάρμακα σχετικά με τη μονοθεραπεία με τοπιραμάτη κατέδειξαν περίπου 3 φορές υψηλότερο επιπολασμό μειζόνων συγγενών δυσπλασιών (4,3%), συγκριτικά με μια ομάδα αναφοράς που δεν έλαβε ΑΕDs (1,4%). Δεδομένα από μια μελέτη παρατήρησης σε μητρώο με βάση τον πληθυσμό από τις Σκανδιναβικές χώρες έδειξαν 2 έως 3 φορές υψηλότερο επιπολασμό μειζόνων συγγενών δυσπλασιών (έως 9,5%), συγκριτικά με μια ομάδα αναφοράς που δεν έλαβε ΑΕDs (3,0%). Σε γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με τοπιραμάτη, οι οποίες έχουν αποκτήσει παιδί με συγγενή δυσπλασία, φαίνεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος δυσπλασιών σε επακόλουθες κυήσεις όταν εκτίθενται στην τοπιραμάτη.
-
Υψηλότερο επιπολασμό χαμηλού βάρους γέννησης (<2500 γραμμάρια) συγκριτικά με μια ομάδα αναφοράς.
-
Αυξημένο επιπολασμό του μικρού βάρους για την ηλικία κύησης (SGA, ορίζεται ως βάρος γέννησης κάτω από το 10ο εκατοστημόριο, διορθωμένο ως προς την ηλικία κύησης, στρωματοποιημένο ανά φύλο). Στο Μητρώο Κυήσεων της Βόρειας Αμερικής για τα Αντιεπιληπτικά Φάρμακα, ο κίνδυνος SGA σε παιδιά γυναικών που έλαβαν τοπιραμάτη ήταν 18%, συγκριτικά με 5% σε παιδιά γυναικών χωρίς επιληψία που δεν έλαβαν ΑΕD. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες των ευρημάτων SGA δεν μπόρεσαν να προσδιοριστούν.
Νευροαναπτυξιακές διαταραχές
-
Δεδομένα από δύο μελέτες παρατήρησης σε μητρώο με βάση τον πληθυσμό, οι οποίες διεξήχθησαν σε μεγάλο βαθμό στο ίδιο σύνολο δεδομένων από τις Σκανδιναβικές χώρες, υποδεικνύουν ότι ενδέχεται να υπάρχει 2 έως 3 φορές υψηλότερος επιπολασμός διαταραχών αυτιστικού φάσματος, νοητικής αναπηρίας ή διαταραχής ελλειμματικής προσοχής/υπερδραστηριότητας (ΔΕΠΥ) σε σχεδόν 300 παιδιά μητέρων με επιληψία που εκτέθηκαν ενδομήτρια στην τοπιραμάτη, συγκριτικά με παιδιά μητέρων με επιληψία που δεν εκτέθηκαν σε κάποιο ΑΕD. Μια τρίτη μελέτη παρατήρησης κοόρτης από τις Η.Π.Α. δεν υπέδειξε αυξημένη αθροιστική επίπτωση αυτών των εκβάσεων έως την ηλικία των 8 ετών σε περίπου 1.000 παιδιά μητέρων με επιληψία που εκτέθηκαν ενδομήτρια στην τοπιραμάτη, σε σύγκριση με παιδιά μητέρων με επιληψία που δεν εκτέθηκαν σε κάποιο ΑΕD.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Το Qsymia αντενδείκνυται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσματικότητας. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται τουλάχιστον μία μέθοδος αντισύλληψης υψηλής αποτελεσματικότητας (όπως ενδομήτρια συσκευή) ή δύο συμπληρωματικές μορφές αντισύλληψης, συμπεριλαμβανομένης μιας μεθόδου φραγμού (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 4.5) κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 4 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας με το Qsymia.
Εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές θα πρέπει να εξετάζονται στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία.
Θα πρέπει να πραγματοποιείται τεστ εγκυμοσύνης πριν από την έναρξη της θεραπείας με τοπιραμάτη/φαιντερμίνη σε γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία.
Η ασθενής πρέπει να είναι πλήρως ενημερωμένη και να κατανοεί τους κινδύνους που σχετίζονται με τη χρήση του Qsymia κατά τη διάρκεια της κύησης. Αυτό περιλαμβάνει την ανάγκη συμβουλευτικής από ειδικό εάν η γυναίκα σχεδιάζει να μείνει έγκυος, καθώς και την ανάγκη άμεσης επικοινωνίας με ειδικό εάν μείνει έγκυος ή νομίζει ότι μπορεί να είναι έγκυος και λαμβάνει Qsymia.
Θηλασμός
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει απέκκριση της τοπιραμάτης στο γάλα. Η απέκκριση της τοπιραμάτης στο ανθρώπινο γάλα δεν έχει αξιολογηθεί σε ελεγχόμενες μελέτες. Περιορισμένες παρατηρήσεις σε ασθενείς υποδηλώνουν εκτεταμένη απέκκριση της τοπιραμάτης στο μητρικό γάλα. Επιδράσεις που έχουν παρατηρηθεί σε θηλάζοντα νεογνά/βρέφη μητέρων που έλαβαν θεραπεία, περιλαμβάνουν διάρροια, υπνηλία, ευερεθιστότητα και ανεπαρκή αύξηση σωματικού βάρους.
Δεν είναι γνωστό εάν η φαιντερμίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Το Qsymia δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Γονιμότητα
Η επίδραση της τοπιραμάτης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχει τεκμηριωθεί.
Δεν υπάρχουν δημοσιευμένες πληροφορίες σχετικά με τις πιθανές δυσμενείς επιδράσεις της φαιντερμίνης στη γονιμότητα.
ν
Το Qsymia έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Μπορεί να εμφανιστούν γνωστικές επιδράσεις, κυρίως ελλειμματική προσοχή. Υπνηλία, ζάλη, οπτικές διαταραχές και/ή θαμπή όραση έχουν αναφερθεί με τη χρήση τοπιραμάτης.
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την οδήγηση αυτοκινήτου ή τη χρήση βαρέων μηχανημάτων μέχρι να προσδιοριστούν οι επιδράσεις του Qsymia στο άτομο.
Στην πιο σημαντική κοόρτη διάρκειας 1 έτους, η ασφάλεια του Qsymia αξιολογήθηκε από μια βάση δεδομένων κλινικών δοκιμών που αποτελούνταν από 3.879 ασθενείς (2.318 που έλαβαν θεραπεία με Qsymia, 1.561 με εικονικό φάρμακο), οι οποίοι συμμετείχαν στο πρόγραμμα κλινικών δοκιμών για το Qsymia ως θεραπεία απώλειας σωματικού βάρους σε υπέρβαρους και παχύσαρκους ενήλικους ασθενείς για 1 έτος θεραπείας. Η κοόρτη διάρκειας 2 ετών αποτελούνταν από μία μελέτη και περιλάμβανε 675 άτομα εκ των οποίων τα 448 έλαβαν θεραπεία με Qsymia.
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες για τη θεραπεία με Qsymia στην κοόρτη διάρκειας 1 έτους ήταν ξηροστομία (15%), παραισθησία (15%) και δυσκοιλιότητα (10% των ασθενών).
Ο παρακάτω πίνακας παραθέτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με το Qsymia κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών που εμφανίστηκαν πιο συχνά σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Qsymia από ό,τι σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο σε κλινικές δοκιμές διάρκειας 1 έτους. Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά σειρά φθίνουσας συχνότητας αναφοράς. Οι όροι συχνότητας παρατίθενται ως εξής: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές
(≥ 1/100 έως < 1/10) και όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία στην αγορά περιλαμβάνονται με συχνότητα μη γνωστή.
Πίνακας 2 Ανεπιθύμητες ενέργειες του Qsymia με επίπτωση υψηλότερη από ό,τι με τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο σε κλινικές δοκιμές*
| Κατηγορία/ Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα: Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Όχι συχνές: Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματοςΣπάνιες: Λοίμωξη της αναπνευστικής οδού, Παραρρινοκολπίτιδα, Γρίπη, Βρογχίτιδα, Καντιντίαση, Λοίμωξη του ωτόςΜη γνωστής συχνότητας: Ιογενής γαστρεντερίτιδα |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικούσυστήματος | Όχι συχνές: Αναιμία |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Συχνές: ΑνορεξίαΌχι συχνές: Υποκαλιαιμία, Υπογλυκαιμία, Κατακράτηση υγρών, Αφυδάτωση, Αυξημένη όρεξηΣπάνιες: Μεταβολική οξέωση, Ποδάγρα |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές: Αϋπνία, Κατάθλιψη, ΆγχοςΌχι συχνές: Νευρικότητα, Μεταβληθείσα σεξουαλική επιθυμία, Μεταβληθείσα διάθεση, Διέγερση, Συγχυτική κατάσταση, Διαταραχή ύπνου (συμπεριλαμβανομένων μη φυσιολογικών ονείρων και εφιαλτών), Ανησυχία, Κλάμα, Στρες, Συναισθηματική αστάθεια, Συγκινησιακή διαταραχή, Απάθεια, Θυμός, Προσβολή πανικού, Παράνοια Σπάνιες: Αυτοκτονικός ιδεασμός, Πολεμικότητα, Ανηδονία, Αντίδραση στο πένθος, Βρουξισμός, Απέχθεια προς την τροφή, Ψευδαίσθηση, Αποπροσανατολισμός, ΔυσφημίαΜη γνωστής συχνότητας: Απόπειρα αυτοκτονίας, Λογόρροια |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ συχνές: ΠαραισθησίαΣυχνές: Κεφαλαλγία, Δυσγευσία, Ζάλη, Διαταραχή της προσοχής, Υπαισθησία, Εξασθένιση της μνήμηςΌχι συχνές: Αμνησία, Λήθαργος, Υπνηλία, Αφασία, Τρόμος, Γνωστική διαταραχή, Υπογευσία, Ημικρανία, Ύπνος κακής ποιότητας, Συγκοπή, Νευροπάθεια, Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα, Παροσμία, Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, Αίσθημα καύσου, Δυσαρθρία, Μυ φυσιολογικός συντονισμόςΣπάνιες: ΜυρμήγκιασμαΜη γνωστής συχνότητας: Επιληπτική κρίση, Νευραλγία |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Συχνές: Όραση θαμπή, Ξηρός οφθαλμόςΌχι συχνές: Άλγος οφθαλμού, Βλεφαρόσπασμος, Φωτοφοβία, Φωτοψία, Διπλωπία, Κνησμός οφθαλμούΣπάνιες: Δακρύρροια αυξημένη, Γλαύκωμα, Αιμορραγία του επιπεφυκόταΜη γνωστής συχνότητας: Γλαύκωμα κλειστής γωνίας, Παροδική τύφλωση, Καταρράκτης, Μυδρίαση, Εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, Ραγοειδίτιδα |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Όχι συχνές: Εμβοές, ΊλιγγοςΣπάνιες: Κώφωση, ΩταλγίαΜη γνωστής συχνότητας: Υπακουσία, Συλλογή μέσου ωτός |
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές: Αίσθημα παλμώνΌχι συχνές: ΤαχυκαρδίαΣπάνιες: Κολπική μαρμαρυγή, ΑρρυθμίαΜη γνωστής συχνότητας: Καρδιακή ανεπάρκεια |
| Αγγειακές διαταραχές | Όχι συχνές: Ερυθρίαση, Υπόταση, ΥπέρτασηΣπάνιες: Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές καιδιαταραχές μεσοθωρακίου | Όχι συχνές: Βήχας, Επίσταξη, Δύσπνοια, Φαρυγγολαρυγγικός πόνος, Συμφόρηση παραρρινίου κόλπου, Ρινική συμφόρηση, Οπισθορρινική καταρροήΣπάνιες: Ξηρός λαιμός, ΡινόρροιαΜη γνωστής συχνότητας: Ρινικοί πολύποδες, Οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια |
| Κατηγορία/ Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα: Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Πολύ συχνές: Ξηροστομία; ΔυσκοιλιότηταΣυχνές: Ναυτία, Διάρροια, Κοιλιακό άλγος, ΔυσπεψίαΌχι συχνές: Μετεωρισμός, Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, Έμετος, Ερυγή Σπάνιες: Απόπνοια, Άλγος των ούλων, Γλωσσίτιδα, Γλωσσοδυνία, Αιμορροΐδες, Μη συχνές εντερικές κινήσειςΜη γνωστής συχνότητας: Δυσφαγία, Στοματική δυσφορία, Τάση για έμετο |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Σπάνιες: Χολολιθίαση, Χολοκυστίτιδα |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές: ΑλωπεκίαΌχι συχνές: Κνησμός, Εξάνθημα, Ξηρό δέρμα, Υπεριδρωσία, Ακμή, Οσμή του δέρματος μη φυσιολογική, Κνίδωση, Ερύθημα, Υφή τριχών μη φυσιολογική Σπάνιες: Ρήξη όνυχαΜη γνωστής συχνότητας: Αγγειοοίδημα |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και τουσυνδετικού ιστού | Όχι συχνές: Μυϊκοί σπασμοί, Άλγος σε άκρο, Μυαλγία, Αρθραλγία, Άλγος ράχης, Μυϊκή αδυναμία, Μυϊκές δεσμιδώσειςΣπάνιες: Μυϊκό σφίξιμο |
| Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικούσυστήματος | Όχι συχνές: Νεφρολιθίαση, Πολλακιουρία, Δυσχερής έναρξη ούρησης, ΝυκτουρίαΣπάνιες: Οσμή ούρων μη φυσιολογικήΜη γνωστής συχνότητας: Οξεία νεφρική βλάβη |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και τουμαστού | Όχι συχνές: Στυτική δυσλειτουργία, Διαταραχές εμμήνου ρύσης |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Συχνές: Κόπωση, Ευερεθιστότητα, Δίψα, Αίσθημα νευρικότηταςΌχι συχνές: Εξασθένιση, Μη φυσιολογική διάθεση, Αίσθηση ψύχους, Περιφερικό οίδημα, Θωρακικό άλγος, Ενέργεια αυξημένη, Αίσθηση θερμούΣπάνιες: Διαταραχή βάδισηςΜη γνωστής συχνότητας: Αίσθηση ξένου σώματος |
| Διερευνήσεις | Όχι συχνές: Αυξημένος καρδιακός ρυθμός, Μειωμένα διττανθρακικά αίματος, Μειωμένο κάλιο αίματος, Δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογική, Μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνηςΣπάνιες: Αυξημένη κρεατινίνη αίματος, Αυξημένη γλυκόζη αίματοςΜη γνωστής συχνότητας: Μειωμένη γλυκόζη αίματος, Αυξημένη θυρεοειδοτρόποςορμόνη αίματος, Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος, Αυξημένη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη |
| Κάκωση, δηλητηρίαση καιεπιπλοκές κατά την επέμβαση | Σπάνιες: Καθοδική κίνηση |
| Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος | Μη γνωστής συχνότητας: Υπερευαισθησία |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων/ανεπιθύμητων ενεργειών:
Παραισθησία
Σε κλινικές μελέτες (κοόρτη διάρκειας 1 έτους), η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών της παραισθησίας αυξήθηκε κατά δοσοεξαρτώμενο τρόπο με τη θεραπεία Qsymia σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο: 3,3%, 11,8% και 17,3% έναντι 1,2% για 3,75/23 mg, 7,5/46 mg και 15/92 mg Qsymia έναντι του εικονικού φαρμάκου. Τα συμπτώματα χαρακτηρίζονταν συνήθως ως αίσθημα μυρμηγκιάσματος στα χέρια και στα πόδια. Δεν αναφέρθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες της παραισθησίας και τα συμπτώματα ήταν ήπιας βαρύτητας στην πλειοψηφία των ασθενών (80-86%). Τα
συμπτώματα της παραισθησίας παρέμειναν για περίπου 3 μήνες και υποχώρησαν αυτομάτως σε περίπου 75-80% των ασθενών με τη συνέχιση της θεραπείας.
Ψυχιατρικές διαταραχές
Σε κλινικές μελέτες (κοόρτη διάρκειας 1 έτους), υπήρξε δοσοεξαρτώμενος αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών ενδεικτικών των ψυχιατρικών διαταραχών με τη θεραπεία Qsymia (15,8%, 14,5% και 20,6% για 3,75/23 mg, 7,5/46 mg και 15/92 mg Qsymia, αντίστοιχα) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (10,3%). Οι ψυχιατρικές διαταραχές ήταν κυρίως διαταραχές ύπνου, σχετιζόμενες με την κατάθλιψη ή σχετιζόμενες με το άγχος. Η πλειονότητα (94%) των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν ήπιας έως μέτριας έντασης. Δεν αναφέρθηκαν σοβαρά συμβάντα.
Ανεπιθύμητες ενέργειες ενδεικτικές της κατάθλιψης αναφέρθηκαν για το 5,0%, το 3,8% και το 7,7% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με 3,75/23 mg, 7,5/46 mg και 15/92 mg Qsymia, αντίστοιχα, σε σύγκριση με το 3,4% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Άγχος και συναφή συμβάντα αναφέρθηκαν στο 4,6%, 4,8% και 7,9% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με 3,75/23 mg, 7,5/46 mg και 15/92 mg Qsymia, αντίστοιχα, έναντι του 2,6% στο εικονικό φάρμακο. Επιπλέον, αναφέρθηκε ένα περιστατικό μέτριας έντασης αυτοκτονικού ιδεασμού στην ομάδα του Qsymia και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Γνωστικές διαταραχές
Σε κλινικές μελέτες (κοόρτη διάρκειας 1 έτους), η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών ενδεικτικών των γνωστικών διαταραχών αυξήθηκε στις ομάδες του Qsymia 3,75/23 mg, 7,5/46 mg και 15/92 mg (2,1%, 5,0% και 7,6%, αντίστοιχα ) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (1,5%). Οι γνωστικές διαταραχές ήταν κυρίως διαταραχές προσοχής και εξασθένιση της μνήμης. Η πλειοψηφία (97%) των συμβάντων γνωστικών διαταραχών ήταν ήπιας έως μέτριας έντασης. Δεν αναφέρθηκαν σοβαρά συμβάντα.
Καρδιακές διαταραχές
Σε κλινικές μελέτες (κοόρτη διάρκειας 1 έτους), αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες ενδεικτικές των καρδιακών διαταραχών με επίπτωση 1,7%, 3,8% και 3,5% έναντι 1,8% για το Qsymia 3,75/23 mg, 7,5/46 mg και 15/92 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου. Οι καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονταν κυρίως με καρδιακή αρρυθμία. Ανεπιθύμητες ενέργειες ενδεικτικές της καρδιακής αρρυθμίας (κυρίως συμβάντα αισθήματος παλμών, αυξημένου καρδιακού ρυθμού,
ταχυκαρδίας) αναφέρθηκαν στο 1,3%, 4,2% και 4,7% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Qsymia 3,75/23 mg, 7,5/46 mg και 15/92 mg ως σε σύγκριση με το 1,8% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Σοβαρά συμβάντα αρρυθμίας αναφέρθηκαν για το 0,2% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Qsymia σε σύγκριση με το 0,3% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ήπιας ή μέτριας έντασης.
Κρεατινίνη Ορού
Το Qsymia μπορεί να προκαλέσει αύξηση της κρεατινίνης ορού που αντανακλά μείωση της νεφρικής λειτουργίας (ρυθμός σπειραματικής διήθησης). Οι επιδράσεις του Qsymia15/92 mg στον GFR αξιολογήθηκαν στη μελέτη OB-404, μια μελέτη διάρκειας 4 εβδομάδων σε υγιείς υπέρβαρους παχύσαρκους ενήλικες. Η θεραπεία με Qsymia 15/92 mg συσχετίστηκε με μείωση του GFR όπως μετρήθηκε με την κάθαρση της ιοεξόλης (iGFR), -14,9 ml/min/1,73 m2 (-15,8%) έναντι
1,08 ml/min/1,73 m2 (1,2%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου στο τέλος της θεραπείας. Στο τέλος της μελέτης (4 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας), η μέση αλλαγή στον iGFR από την τιμή κατά την έναρξη ήταν -3,8 ml/min/1,73 m2 (-4,0%) για το Qsymia έναντι 2,34 ml/min/1,73 m2 (2,6%) για το εικονικό φάρμακο.
Σε δοκιμές φάσης 3, παρατηρήθηκαν μέγιστες αυξήσεις στην κρεατινίνη ορού κατά περίπου 15% μετά από 4 έως 8 εβδομάδες θεραπείας. Κατά μέσο όρο, η κρεατινίνη ορού στη συνέχεια μειώθηκε σταδιακά, αλλά παρέμεινε αυξημένη σε σχέση με τις τιμές κρεατινίνης κατά την έναρξη. Σε αυτόν τον πληθυσμό, ο μέσος εκτιμώμενος GFR χρησιμοποιώντας την εξίσωση MDRD μειώθηκε μετά από 4 εβδομάδες θεραπείας κατά παρόμοιο ποσοστό. Κατά μέσο όρο, ο e-GFR στη συνέχεια αυξήθηκε
σταδιακά αλλά παρέμεινε κάτω από τις τιμές κατά την έναρξη (-5,4 ml/min/1,73 m2). Στις ελεγχόμενες μελέτες διάρκειας 1 έτους του Qsymia, η επίπτωση των αυξήσεων στην κρεατινίνη ορού μεγαλύτερων από ή ίσων με 0,3 mg/dl οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας ήταν 7,2% και 8,4% έναντι 2,0% για το Qsymia 7,5/46 mg και 15/92 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου.
Αυξήσεις της κρεατινίνης ορού ≥ 50% σε σχέση με την τιμή κατά την έναρξη σημειώθηκαν στο 2,0% και 2,8% για το Qsymia 7,5/46 mg και 15/92 mg σε σύγκριση με το 0,6% για το εικονικό φάρμακο. Κατά μέσο όρο, η κρεατινίνη ορού μειώθηκε σταδιακά με την πάροδο του χρόνου, αλλά παρέμεινε αυξημένη σε σχέση με τις τιμές κρεατινίνης κατά την έναρξη.
Η επίδραση της χρόνιας θεραπείας στη νεφρική λειτουργία δεν είναι γνωστή. Επομένως, συνιστάται μέτρηση της κρεατινίνης ορού πριν από την έναρξη της θεραπείας με το Qsymia και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Qsymia.
Σε κλινικές μελέτες (κοόρτη διάρκειας 1 έτους), οι ανεπιθύμητες ενέργειες της μειωμένης νεφρικής κάθαρσης κρεατινίνης, του αυξημένου λόγου λευκωματίνης/κρεατινίνης ούρων ή της αυξημένης κρεατινίνης αίματος αναφέρθηκαν η καθεμία για το 0,1% των ασθενών στις ομάδες θεραπείας με το Qsymia. Μόνο ο αυξημένος λόγος λευκωματίνης/κρεατινίνης ούρων αναφέρθηκε σε 1 ασθενή στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (0,1%).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr
Σε περίπτωση σημαντικής υπερδοσολογίας με το Qsymia, η θεραπεία είναι σε μεγάλο βαθμό συμπτωματική. Δύναται να χρησιμοποιηθεί θεραπεία με ενεργό άνθρακα.
Φαιντερμίνη
Η εμπειρία με οξεία υπερδοσολογία του εγκεκριμένου μεμονωμένου παράγοντα, φαιντερμίνη, ενδέχεται να περιλαμβάνει ενδείξεις όπως ανησυχία, τρόμο, υπεραντανακλαστικότητα, ταχεία αναπνοή, σύγχυση, πολεμική συμπεριφορά, ψευδαισθήσεις, καταστάσεις πανικού. Η κόπωση και η κατάθλιψη συνήθως έπονται της διέγερσης του κεντρικού νευρικού συστήματος. Οι καρδιαγγειακές επιδράσεις περιλαμβάνουν αρρυθμία, υπέρταση ή υπόταση και κυκλοφορική κατάρρευση. Τα γαστρεντερικά συμπτώματα περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, διάρροια και κοιλιακές κράμπες. Η θανατηφόρα δηλητηρίαση συνήθως απολήγει σε ακούσιους μυϊκούς σπασμούς και κώμα.
Η αντιμετώπιση της οξείας δηλητηρίασης από φαιντερμίνη είναι σε μεγάλο βαθμό συμπτωματική. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα βαρβιτουρικό για τον περιορισμό της υπερβολικής διέγερσης του ΚΝΣ. Η οξίνιση των ούρων αυξάνει την απέκκριση της φαιντερμίνης. Έχει προταθεί ενδοφλέβια χορήγηση φαιντολαμίνης για πιθανή οξεία, σοβαρή υπέρταση, εάν αυτή περιπλέκει την υπερδοσολογία με φαιντερμίνη.
Τοπιραμάτη
Η υπερδοσολογία με τοπιραμάτη έχει οδηγήσει σε σοβαρή μεταβολική οξέωση. Άλλες ενδείξεις και συμπτώματα περιλαμβάνουν ακούσιους μυϊκούς σπασμούς, υπνηλία, διαταραχή του λόγου, θαμπή όραση, διπλωπία, διαταραγμένη ψυχική δραστηριότητα, λήθαργο, μη φυσιολογικό συντονισμό,
εμβροντησία, υπόταση, κοιλιακό άλγος, διέγερση, ζάλη και κατάθλιψη. Οι κλινικές συνέπειες δεν ήταν σοβαρές στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά έχουν αναφερθεί θάνατοι μετά από υπερδοσολογία με πολλαπλά φαρμακευτικά προϊόντα που αφορούσαν ποσότητες τοπιραμάτης σε γραμμάρια. Ένας ασθενής που έλαβε δόση μεταξύ 96 και 110 g τοπιραμάτης, εισήχθη στο νοσοκομείο με κώμα που διήρκεσε 20 έως 24 ώρες ακολουθούμενο από πλήρη ανάρρωση μετά από 3 έως
4 ημέρες.
Έχει δειχθεί ότι ο ενεργός άνθρακας απορροφά την τοπιραμάτη in vitro. Η αιμοκάθαρση είναι ένα αποτελεσματικό μέσο για την απομάκρυνση της τοπιραμάτης από τον οργανισμό.
Έχει αναφερθεί ένα περιστατικό υπερδοσολογίας κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία στην αγορά.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - QSYMIA
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παρασκευάσματα κατά της παχυσαρκίας, εξαιρουμένων των διαιτητικών προϊόντωνꞏ προϊόντα κατά της παχυσαρκίας με κεντρική δράση. Κωδικός ATC: A08AA51
Μηχανισμός δράσης
Το Qsymia είναι ένας συνδυασμός φαιντερμίνης και τοπιραμάτης. Και τα δύο φάρμακα καταστέλλουν την όρεξη, αλλά αυτό το κάνουν με διαφορετικούς μηχανισμούς.
Η φαιντερμίνη ανήκει σε μια κατηγορία φαρμάκων που θεραπεύουν την παχυσαρκία κυρίως μέσω της καταστολής της όρεξης. Ο μηχανισμός δράσης της φαιντερμίνης για την απώλεια σωματικού βάρους έγκειται σε μια ανορεξιογόνο δράση που συμβαίνει μέσω της απελευθέρωσης νορεπινεφρίνης στον υποθάλαμο. Οι κλινικές δόσεις της φαιντερμίνης στο Qsymia διεγείρουν την απελευθέρωση νορεπινεφρίνης (NE) με αμελητέες επιδράσεις στη ντοπαμίνη και χωρίς κεντρική ή περιφερική επίδραση στη σεροτονίνη (5-HT).
Τα διαθέσιμα φαρμακολογικά στοιχεία υποδηλώνουν ότι η απώλεια σωματικού βάρους που επάγεται από την τοπιραμάτη ενδεχομένως να προκύπτει από αυξημένο κορεσμό λόγω της μειωμένης γαστρεντερικής κινητικότητας, της αυξημένης κατανάλωσης ενέργειας και της μειωμένης πρόσληψης θερμίδων.
Ένας κύριος φαρμακολογικός μηχανισμός της τοπιραμάτης είναι η αναστολή του ενζύμου, καρβονική ανυδράση, που έχει δειχθεί ότι εμπλέκεται στη βιοσύνθεση των λιπιδίων, στη διούρηση και στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Επιπλέον, έχει δειχθεί ότι η τοπιραμάτη ρυθμίζει τα ηπατικά γονίδια συμπεριλαμβανομένων των γονιδίων που κωδικοποιούν την έκφραση των μεταβολικών ενζύμων και των πρωτεϊνών σηματοδότησης που εμπλέκονται στον μεταβολισμό των λιπιδίων.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η επίδραση του Qsymia στην απώλεια σωματικού βάρους μετά από 1 έτος θεραπείας μελετήθηκε σε παχύσαρκους ασθενείς (μελέτη EQUIP, OB-302) και σε παχύσαρκους και υπέρβαρους ασθενείς με σημαντικές συννοσηρότητες (μελέτη CONQUER, OB-303). Μια επιπλέον μελέτη Φάσης 3 σε παχύσαρκους ασθενείς αξιολόγησε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του Qsymia κατά τη διάρκεια 6 μηνών θεραπείας (OB-301). Όλες οι μελέτες έδειξαν ότι οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Qsymia παρουσίασαν μεγαλύτερη απώλεια σωματικού βάρους από εκείνους που έλαβαν μονοθεραπεία με φαιντερμίνη ή τοπιραμάτη.
Δεδομένα από 3.678 ασθενείς στον πληθυσμό ITT των μεμονωμένων μελετών διάρκειας 1 έτους έδειξαν ότι η θεραπεία με Qsymia σε συνδυασμό με υποθερμιδική δίαιτα και αυξημένη σωματική
δραστηριότητα είχε ως αποτέλεσμα μια μέση απώλεια σωματικού βάρους (SD) σε 1 έτος της τάξης του 5,1%, 7,8% και 9,8-10,9% για το Qsymia 3,75 mg/23 mg, 7,5 mg/46 mg και 15 mg/92 mg, αντίστοιχα. Αυτό σε σύγκριση με μια μέση απώλεια σωματικού βάρους της τάξης του 1,2-1,6% για το εικονικό φάρμακο. Οι διαφορές σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν στατιστικά σημαντικές για όλες τις δόσεις του Qsymia. Το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν απώλεια σωματικού βάρους 5%, 10% ή 15% στο 1 έτος ήταν μεγαλύτερο για όλα τα επίπεδα δόσης του Qsymia σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (Πίνακας 3).
Πίνακας 3 Ποσοστό ασθενών (πληθυσμός ITT) που πέτυχαν απώλεια σωματικού βάρους 5%, 10% και 15% στο 1 έτος
| Ποσοστό απώλειας σωματικού βάρους | Ομάδα θεραπείας | Αριθμός ασθενών που πέτυχαν ποσοστιαία απώλεια σωματικού βάρους/αριθμός εκτεθειμένων (%)[τιμή p (Qsymia έναντι εικονικού φαρμάκου)] | |
| OB-302 | OB-303 | ||
| 5% | Εικονικό φάρμακο | 86/498 (17,3) | 204/979 (20,8) |
| 3,75 mg/23 mg | 105/234 (44,9)* | - | |
| 7,5 mg/46 mg | - | 303/488 (62,1)* | |
| 15 mg/92 mg | 332/498 (66,7)* | 687/981 (70,0)* | |
| 10% | Εικονικό φάρμακο | 37/498 (7,4) | 72/979 (7,4) |
| 3,75 mg/23 mg | 44/234 (18,8)* | - | |
| 7,5 mg/46 mg | - | 182/488 (37,3)* | |
| 15 mg/92 mg | 235/498 (47,2)* | 467/981 (47,6)* | |
| 15% | Εικονικό φάρμακο | 17/498 (3,4) | 28/979 (2,9) |
| 3,75 mg/23 mg | 17/234 (7,3) | - | |
| 7,5 mg/46 mg | - | 94/488 (19,3)* | |
| 15 mg/92 mg | 161/498 (32,3)* | 283/981 (28,8)* | |
*τιμή p (Qsymia έναντι εικονικού φαρμάκου): < 0,001
Οι επιδράσεις του Qsymia στην απώλεια σωματικού βάρους παρατηρήθηκαν σε όλες τις υποομάδες ανά φύλο, ηλικία, φυλή, ΔΜΣ κατά την έναρξη και διαβητική κατάσταση. Στο 1 έτος, η θεραπεία με Qsymia οδήγησε σε στατιστικά σημαντικές μειώσεις στη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση από την τιμή κατά την έναρξη. Στη μελέτη CONQUER, οι δόσεις 7,5 mg/46 mg και 15 mg/92 mg μείωσαν τη συστολική αρτηριακή πίεση κατά 4,7 και 5,6 mmHg, αντίστοιχα, σε σύγκριση με μια μείωση των 2,4 mmHg που επιτεύχθηκε με το εικονικό φάρμακο. Σε μια μελέτη 8 εβδομάδων 24ώρης περιπατητικής καταγραφής της αρτηριακής πίεσης (ABPM), η αλλαγή στη συστολική αρτηριακή πίεση από την αρχική τιμή ήταν -3,3 mmHg για το Qsymia 15/92 mg και -0,1 mmHg για το εικονικό φάρμακο, ενώ η αλλαγή στη διαστολική αρτηριακή πίεση από την αρχική τιμή για το Qsymia ήταν
+0,8 mmHg και -0,4 mmHg για το εικονικό φάρμακο. Τα τριγλυκερίδια και η χοληστερόλη υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (HDL-C) βελτιώθηκαν σημαντικά από την έναρξη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο στις δοκιμές Φάσης 3.
Η αιμοσφαιρίνη A1c (HbA1c) και η γλυκόζη νηστείας μειώθηκαν επίσης σταθερά και σημαντικά από την έναρξη, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο στις δοκιμές Φάσης 3. Στη μελέτη CONQUER, τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας στον ορό μειώθηκαν επίσης από την έναρξη σε διαβητικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τη δόση των 7,5 mg/46 mg και 15 mg/92 mg κατά 9,7 και 11,9 mg/dl, αντίστοιχα, σε σύγκριση με την κατά 5,6 mg/dl μείωση με το εικονικό φάρμακο.
Η θεραπεία με το Qsymia (15 mg/92 mg) σε διάστημα 1 έτους οδήγησε σε μείωση κατά 58% στην ετήσια επίπτωση του διαβήτη τύπου 2 σε παχύσαρκους ασθενείς σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Μεταξύ των μη διαβητικών ασθενών που αξιολογήθηκαν στη μελέτη CONQUER, εξέλιξη σε διαβήτη τύπου 2 εμφανίστηκε στο 4,5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο, στο 3,1% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με τη δόση 7,5 mg/46 mg του Qsymia και στο 1,9% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με τη δόση 15 mg/92 mg του Qsymia.
Απορρόφηση
Η βιοδιαθεσιμότητα της φαιντερμίνης (75% έως 85%) και της τοπιραμάτης (81% έως 95%) είναι υψηλή. Μετά την από στόματος χορήγηση του Qsymia, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της φαιντερμίνης και της τοπιραμάτης στο πλάσμα σημειώθηκαν σε διάμεσο (εύρος) Tmax 6 ωρών (2 - 10) και 10 ωρών (7 - 16) μετά τη δόση, αντίστοιχα. Δεν υπήρξε κλινικά σημαντική επίδραση της τροφής στη βιοδιαθεσιμότητα της φαιντερμίνης ή της τοπιραμάτης.
Κατανομή
Το κλάσμα της φαιντερμίνης (17,5%) ή της τοπιραμάτης (13-17%) που συνδέεται αναστρέψιμα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι χαμηλό. Έχει παρατηρηθεί μια θέση δέσμευσης χαμηλής ικανότητας για την τοπιραμάτη μέσα στα/πάνω στα ερυθροκύτταρα που κορέγνυται πάνω από συγκεντρώσεις στο πλάσμα των 4 μg/ml. Ο μέσος από στόματος όγκος κατανομής (V/F) της φαιντερμίνης και της τοπιραμάτης μετά από μονή δόση από στόματος Qsymia 7,5 mg/46 mg ήταν 369 λίτρα και 76,4 λίτρα, αντίστοιχα.
Βιομετασχηματισμός
Η τοπιραμάτη και η φαιντερμίνη δεν μεταβολίζονται εκτενώς και αποβάλλονται κυρίως αμετάβλητες στα ούρα. Έχουν ταυτοποιηθεί στον άνθρωπο έξι μεταβολίτες της τοπιραμάτης που σχηματίζονται μέσω υδροξυλίωσης, υδρόλυσης και γλυκουρονιδίωσης, κανένας εκ των οποίων δεν αποτελεί περισσότερο από το 5% της χορηγηθείσας δόσης. Μελέτες in vitro έδειξαν ότι το κύριο ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τον περιορισμένο μεταβολισμό της φαιντερμίνης είναι το CYP3A4. Η τοπιραμάτη είναι ένας ασθενής επαγωγέας του CYP3A4 και ένας ασθενής αναστολέας του CYP2C19 in vitro.
Αποβολή
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής (t1/2) της φαιντερμίνης και της τοπιραμάτης ήταν 21 ώρες και 49 ώρες, αντίστοιχα. Η φαινόμενη ολική κάθαρση (CL/F) της φαιντερμίνης και της τοπιραμάτης από το πλάσμα μετά την από στόματος χορήγηση ήταν 7,84 l/h. και 1,35 l/h για τη φαιντερμίνη και την τοπιραμάτη, αντίστοιχα. Περίπου το 75 - 85% και το 70% μιας χορηγηθείσας δόσης φαιντερμίνης ή τοπιραμάτης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα, αντίστοιχα. Για τη φαιντερμίνη, το 3 - 4% και < 5% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίθηκε στα ανθρώπινα ούρα ως p-υδροξυλιωμένα προϊόντα και ως προϊόντα Ν-οξείδωσης, αντίστοιχα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Μετά τη χορήγηση μονών και πολλαπλών δόσεων Qsymia, η Cmax και η AUC της τοπιραμάτης και της φαιντερμίνης στο πλάσμα αυξήθηκαν γραμμικά με τις αυξανόμενες δόσεις. Η Cmax και η AUC της φαιντερμίνης και της τοπιραμάτης στο πλάσμα αυξήθηκαν περίπου κατά 2,5 έως 2,9 φορές και κατά 3,7 έως 5,2 φορές, αντίστοιχα, μετά από πολλαπλές δόσεις Qsymia.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, προβλέφθηκαν αυξήσεις κατά 150%, 59% και 24% στην AUCss της έκθεσης στη φαιντερμίνη στο πλάσμα και κατά 134%, 59% και 25% στην AUCss της τοπιραμάτης στο πλάσμα σε ασθενείς με σοβαρή, μέτρια και ήπια νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε όλα τα επίπεδα δόσης. Δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τη φαρμακοκινητική του Qsymia σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (βλ. παράγραφο 4.2).
Πραγματοποιήθηκαν προσομοιώσεις Monte-Carlo χρησιμοποιώντας τα τελικά μοντέλα φαρμακοκινητικής πληθυσμού της φαιντερμίνης και της τοπιραμάτης για την πρόβλεψη των επιπέδων έκθεσης σε παχύσαρκα άτομα με διαφορετικούς βαθμούς νεφρικής λειτουργίας (Βλ. Πίνακα 4).
Πίνακας 4 Προβλεπόμενες μέσες συγκεντρώσεις φαιντερμίνης και τοπιραμάτης σε σταθεροποιημένη κατάσταση για ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και με νεφρική δυσλειτουργία στα συνιστώμενα επίπεδα δόσης
| Συχνότητα χορήγησης δόσης | Επίπεδα δόσης | Μέσος (συντελεστής διακύμανσης)Μέσες συγκεντρώσεις(Φαιντερμίνη [ng/ml], Τοπιραμάτη [µg/ml]) | |||
| Φυσιολογική νεφρική λειτουργία | Ήπια νεφρική δυσλειτουργία | Μέτρια νεφρική δυσλειτουργία | Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία | ||
| Κάθε δεύτερηημέρα | Φαιντερμίνη 3,75 mgΤοπιραμάτη 23 mg | 24,2 (36,8%) | |||
| 0,843 (27,2%) | |||||
| Μία φορά ημερησίως | Φαιντερμίνη 3,75 mgΤοπιραμάτη 23 mg | 19,0 (35,4%) | 23,6 (33,8%) | 30,3 (34,7%) | 47,5 (37,2%) |
| 0,706 (29,0%) | 0,883 (28,9%) | 1,13 (28,5%) | 1,66 (27,6%) | ||
| Φαιντερμίνη 7,5 mgΤοπιραμάτη 46 mg | 38,0 (35,4%) | 47,2 (33,8%) | |||
| 1,41 (29,0%) | 1,77 (28,9%) | ||||
| Φαιντερμίνη 11,25 mgΤοπιραμάτη 69 mg | 57,0 (35,4%) | ||||
| 2,12 (29,0%) | |||||
| Φαιντερμίνη 15 mgΤοπιραμάτη 92 mg | 76,1 (35,4%) | ||||
| 2,83 (29,0%) | |||||
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με ήπια (βαθμολογία 5 – 6 κατά Child-Pugh) ή μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία 7 – 9 κατά Child-Pugh), η έκθεση στη φαιντερμίνη ήταν κατά 37% και 60% υψηλότερη σε σύγκριση με υγιείς αντιστοιχισμένους μάρτυρες. Η φαρμακοκινητική της τοπιραμάτης δεν επηρεάστηκε σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με υγιείς αντιστοιχισμένους μάρτυρες. Δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τη φαρμακοκινητική σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία ≥ 10 κατά Child-Pugh) (βλ. παράγραφο 4.2).
Ηλικιωμένοι
Η ηλικία (18 - 70 ετών) δεν φάνηκε να έχει καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του Qsymia με βάση μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού.
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Ο ΔΜΣ γενικά δεν φάνηκε να έχει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του Qsymia με βάση μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - QSYMIA
Περιεχόμενο καψακίου Σακχαρόζη
Άμυλο αραβοσίτου Υπρομελλόζη Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Μεθυλοκυτταρίνη Αιθυλοκυτταρίνη
Ποβιδόνη Τάλκης
Καψάκιο
Qsymia 3,75 mg/23 mg σκληρά καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης
Ζελατίνη
Τιτανίου διοξείδιο (E171) Λαμπρό κυανό FCF (E133) Ερυθροσίνη (E127)
λευκή μελάνη εκτύπωσης: τιτανίου διοξείδιο (E171), κόμμεα λάκκας, προπυλενογλυκόλη, σιμεθικόνη
Qsymia 7,5 mg/46 mg σκληρά καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης
Ζελατίνη
Τιτανίου διοξείδιο (E171) Λαμπρό κυανό FCF (E133) Ερυθροσίνη (E127) Ταρτραζίνη (E102)
Sunset Yellow (E110)
μαύρη μελάνη εκτύπωσης: σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172), κόμμεα λάκκας, προπυλενογλυκόλη
λευκή μελάνη εκτύπωσης: τιτανίου διοξείδιο (E171), κόμμεα λάκκας, προπυλενογλυκόλη, σιμεθικόνη
Qsymia 11,25 mg/69 mg σκληρά καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης
Ζελατίνη
Τιτανίου διοξείδιο (E171) Ταρτραζίνη (E102) Sunset Yellow (E110)
μαύρη μελάνη εκτύπωσης: σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172), κόμμεα λάκκας, προπυλενογλυκόλη
Qsymia 15 mg/92 mg σκληρά καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης
Ζελατίνη
Τιτανίου διοξείδιο (E171) Ταρτραζίνη (E102) Sunset Yellow (E110)
μαύρη μελάνη εκτύπωσης: σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172), κόμμεα λάκκας, προπυλενογλυκόλη
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30 ºC. Διατηρείτε τη φιάλη καλά κλεισμένη για να προστατεύεται από την υγρασία.
Τα σκληρά καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης Qsymia συσκευάζονται σε φιάλη από HDPE με αποξηραντικό silica gel που περιέχει δεκατέσσερα (14) ή τριάντα (30) σκληρά καψάκια ελεγχόμενης πρόσβασης, η οποία κλείνει με λευκό, βιδωτό πώμα ασφαλείας από πολυαιθυλένιο, ασφαλές για παιδιά.
Μην καταπίνετε το αποξηραντικό.